Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ' 

Η κρίσις προανηγγέλθη, αλλά δέν επήλθεν εισέτι. Θά προηγηθούν ταύτης επτά νέαι πληγαί, αντιστοιχούσαι καί ομοιάζουσαι πρός τάς τών επτά σφραγίδων καί σαλπίγγων. Περιέχονται εις επτάς φιάλας, υπό επτά αγγέλων φερομένας. Πρίν ή αι φιάλαι αυταί εκκενωθούν, παρουσιάζεται τό πλήθος τών νικώντων τό θηρίον, διασχίζον τήν θάλασσαν τού πυρός τού διωγμού καί ψάλλον τήν ωδήν, τήν οποίαν καί ο Ισραήλ, διασχίσας τήν Ερυθράν θάλασσαν, ανέμελψε. Μεθ' ό επακολουθεί η προπαρασκευή τής εξαπολύσεως τών επτά εσχάτων πληγών. 

Καί είδον άλλο σημείον εν τώ ουρανώ μέγα καί θαυμαστόν, αγγέλους επτά έχοντας πληγάς επτά τάς εσχάτας, ότι εν αυταίς ετελέσθη ο θυμός τού Θεού. 
2 καί είδον ως θάλασσαν υαλίνην μεμιγμένην πυρί, καί τούς νικώντας εκ τού θηρίου καί εκ τής εικόνος αυτού καί εκ τού αριθμού τού ονόματος αυτού εστώτας επί τήν θάλασσαν τήν υαλίνην, έχοντας τάς κιθάρας τού Θεού. 
3 καί άδουσι τήν ωδήν Μωϋσέως τού δούλου τού Θεού καί τήν ωδήν τού αρνίου λέγοντες μεγάλα καί θαυμαστά τά έργα σου, Κύριε ο Θεός ο παντοκράτωρ δίκαιαι καί αληθιναί αι οδοί σου, ο βασιλεύς τών εθνών. 
4 τίς ου μή φοβηθή, Κύριε, καί δοξάση τό όνομα σου; ότι μόνος όσιος, ότι πάντα τά έθνη ήξουσι καί προσκυνήσουσιν ενώπιόν σου, ότι τά δικαιώματά σου εφανερώθησαν. 
5 Καί μετά ταύτα είδον, καί ηνοίγη ο ναός τής σκηνής τού μαρτυρίου εν τώ ουρανώ, 
6 καί εξήλθον οι επτά άγγελοι οι έχοντες τάς επτά πληγάς εκ τού ναού, οί ήσαν ενδεδυμένοι λίνον καθαρόν λαμπρόν καί περιεζωσμένοι περί τά στήθη ζώνας χρυσάς. 
7 καί έν εκ τών τεσσάρων ζώων έδωκε τοίς επτά αγγέλοις επτά φιάλας χρυσάς, γεμούσας τού θυμού τού Θεού τού ζώντος εις τούς αιώνας τών αιώνων. 
8 καί εγεμίσθη ο ναός εκ τού καπνού τής δόξης τού Θεού καί εκ τής δυνάμεως αυτού 
9 καί ουδείς εδύνατο εισελθείν εις τόν ναόν άχρι τελεσθώσιν αι επτά πληγαί τών επτά αγγέλων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'

Η απαισία εικών τής κυριαρχίας τού Αντιχρίστου παρακολουθείται υπό σκηνής ικανής νά ενισχύση τούς πιστούς, όπως εγένετο καί εν τώ Ζ' κεφαλαίω. Τό Αρνίον παρουσιάζεται επί τού όρους Σιών, τής επί γής στρατευομένης Εκκλησίας, περιβαλλόμενον υπό τών 144.000 τών εν τώ Ζ' κεφαλαίω σφραγισθεισών καί προωρισμένων διά τήν κρίσιμον ταύτην φάσιν τού αγώνος κατά τού Αντιχρίστου. Είναι η εκλεκτή μερίς τών πιστών, η αποτελούσα ήδη τό εξόχως εκλεκτόν μέρος τού λαού τού Θεού καί τού Αρνίου, η εκ τού Ισραηλιτικού λαού αφωρισμένη καί κεκλημένη, η διαφυλαχθείσα από παντός μολυσμού επιμιξίας πρός τά έθνη καί αποτελούσα τήν διά τού αίματος τού Χριστού εξαγιασθείσαν καλλιέλαιον καί εγκεντρισθείσαν εν τή ιδία ελαία, τής οποίας η ρίζα αγία (Ρωμ. ιά 16, 24). Φωναί ουράνιοι προαναγγέλλουσι τήν καθ' άπασαν τήν οικουμένην αναγγελίαν τού ευαγγελίου, όπερ ήδη εκηρύχθη εν όλω τώ κόσμω, καί τήν προσεγγίζουσαν κρίσιν, καθ' ήν πίπτει μέν η Βαβυλών, η πόλις η εξεικονιζομένη υπό τής παλαιάς Ρώμης καί αποτελούσα τό κέντρον τής πολιτικής, κρατικής καί πνευματικής αντιθέου δυνάμεως, επέρχεται δέ η τιμωρία τών υπηκόων τού Αντιχρίστου καί εξεικονίζεται η προσεγγίζουσα κρίσις, καθ' ήν ο Θεός ως διά θερισμού θά περισυνάξη τούς ιδικούς του εναποθηκεύων αυτούς ως σίτον πολύτιμον, θά καταπατήση δ' ως εν τρυγητώ εν τή ληνώ τής οργής αυτού τούς υπεναντίους. 

Καί είδον, καί ιδού τό αρνίον εστηκός επί τό όρος Σιών, καί μετ' αυτού εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, έχουσαι τό όνομα αυτού καί τό όνομα τού πατρός αυτού γεγραμμένον επί τών μετώπων αυτών. 
2 καί ήκουσα φωνήν εκ τού ουρανού ως φωνήν υδάτων πολλών καί ως φωνήν βροντής μεγάλης καί η φωνή ήν ήκουσα, ως κιθαρωδών κιθαριζόντων εν ταίς κιθάραις αυτών. 
3 καί άδουσιν ωδήν καινήν ενώπιον τού θρόνου καί ενώπιον τών τεσσάρων ζώων καί τών πρεσβυτέρων καί ουδείς εδύνατο μαθείν τήν ωδήν ει μή αι εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες, οι ηγορασμένοι από τής γής. 
4 ούτοί εισιν οί μετά γυναικών ουκ εμολύνθησαν παρθένοι γάρ εισιν. ούτοί εισιν οι ακολουθούντες τώ αρνίω όπου άν υπάγη. ούτοι ηγοράσθησαν από τών ανθρώπων απαρχή τώ Θεώ καί τώ αρνίω 
5 καί ουχ ευρέθη ψεύδος εν τώ στόματι αυτών άμωνοι γάρ εισιν. 
6 Καί είδον άλλον άγγελον πετόμενον εν μεσουρανήματι, έχοντα ευαγγέλιον αιώνιον ευαγγελίσαι επί τούς καθημένους επί τής γής καί επί πάν έθνος καί φυλήν καί γλώσσαν καί λαόν, 
7 λέγων εν φωνή μεγάλη φοβήθητε τόν Κύριον καί δότε αυτώ δόξαν, ότι ήλθεν η ώρα τής κρίσεως αυτού, καί προσκυνήσατε τώ ποιήσαντι τόν ουρανόν καί τήν γήν καί τήν θάλασσαν καί πηγάς υδάτων. 
8 καί άλλος δεύτερος άγγελος ηκολούθησε λέγων έπεσεν, έπεσε Βαβυλών η μεγάλη, ή εκ τού οίνου τού θυμού τής πορνείας αυτής πεπότικε πάντα τά έθνη. 
9 Καί άλλος άγγελος τρίτος ηκολούθησεν αυτοίς λέγων εν φωνή μεγάλη εί τις προσκυνεί τό θηρίον καί τήν εικόνα αυτού, καί λαμβάνει τό χάραγμα επί τού μετώπου αυτού ή επί τήν χείρα αυτού, 
10 καί αυτός πίεται εκ τού οίνου τού θυμού τού Θεού τού κεκερασμένου ακράτου εν τώ ποτηρίω τής οργής αυτού, καί βασανισθήσεται εν πυρί καί θείω ενώπιον τών αγίων αγγέλων καί ενώπιον τού αρνίου. 
11 καί ο καπνός τού βασανισμού αυτών εις αιώνας αιώνων αναβαίνει, καί ουκ έχουσιν ανάπαυσιν ημέρας καί νυκτός οι προσκυνούντες τό θηρίον καί τήν εικόνα αυτού, καί εί τις λαμβάνει τό χάραγμα τού ονόματος αυτού. 
12 Ώδε η υπομονή τών αγίων εστίν, οι τηρούντες τάς εντολάς τού Θεού καί τήν πίστιν Ιησού. 
13 Καί ήκουσα φωνής εκ τού ουρανού λεγούσης γράψον, μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ' άρτι. ναί, λεγει τό Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ τών κόπων αυτών τά δέ έργα αυτών ακολουθεί μετ' αυτών. 
14 Καί είδον, καί ιδού νεφέλη λευκή, καί επί τήν νεφέλην καθήμενος όμοιος υιώ ανθρώπου, έχων επί τής κεφαλής αυτού στέφανον χρυσούν καί εν τή χειρί αυτού δρέπανον οξύ. 
15 Καί άλλος άγγελος εξήλθεν εκ τού ναού, κράζων εν φωνή μεγάλη τώ καθημένω επί τής νεφέλης πέμψον τό δρέπανόν σου καί θέρισον, ότι ήλθεν η ώρα τού θερίσαι, ότι εξηράνθη ο θερισμός τής γής. 
16 καί έβαλεν ο καθήμενος επί τήν νεφέλην τό δρέπανον αυτού επί τήν γήν, καί εθερίσθη η γή. 
17 Καί άλλος άγγελος εξήλθεν εκ τού ναού τού εν τώ ουρανώ, έχων καί αυτός δρέπανον οξύ. 
18 Καί άλλος άγγελος εξήλθεν εκ τού θυσιαστηρίου, έχων εξουσίαν επί τού πυρός, καί εφώνησε κραυγή μεγάλη τώ έχοντι τό δρέπανον τό οξύ λέγων πέμψον σου τό δρέπανον τό οξύ καί τρύγησον τούς βότρυας τής αμπέλου τής γής, ότι ήκμασεν η σταφυλή τής γής. 
19 καί έβαλεν ο άγγελος τό δρέπανον αυτού εις τήν γήν, καί ετρύγησε τήν άμπελον τής γής, καί έβαλεν εις τήν ληνόν τού θυμού τού Θεού τήν μεγάλην. 
20 καί επατήθη η ληνός έξω τής πόλεως, καί εξήλθεν αίμα εκ τής ληνού άχρι τών χαλινών τών ίππων από σταδίων χιλίων εξακοσίων. 

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'


Στίχ. 1-12. Η συμπεριφορά μας πρός τούς ασθενείς τήν συνείδησιν.

Τόν σέ ασθενούντα τή πίστει προσλαμβάνεσθε, μή εις διακρίσεις διαλογισμών. 
2 ός μέν πιστεύει φαγείν πάντα, ο δέ ασθενών λάχανα εσθίει. 
3 ο εσθίων τόν μή εσθίοντα μή εξουθενείτω, καί ο μή εσθίων τόν εσθίοντα μή κρινέτω ο Θεός γάρ αυτόν προσελάβετο. 
4 σύ τίς εί ο κρίνων αλλότριον οικέτην; τώ ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει σταθήσεται δέ δυνατός γάρ εστιν ο Θεός στήσαι αυτόν. 
5 ός μέν κρίνει ημέραν παρ' ημέραν, ός δέ κρίνει πάσαν ημέραν, έκαστος εν τώ ιδίω νοΐ πληροφορείσθω. 
6 ο φρονών τήν ημέραν Κυρίω φρονεί, καί ο μή φρονών τήν ημέραν Κυρίω ου φρονεί. καί ο εσθίων Κυρίω εσθίει ευχαριστεί γάρ τώ Θεώ καί ο μή εσθίων Κυρίω ουκ εσθίει, καί ευχαριστεί τώ Θεώ. 
7 ουδείς γάρ ημών εαυτώ ζή καί ουδείς εαυτώ αποθνήσκει  
8 εάν τε γάρ ζώμεν, τώ Κυρίω ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, τώ Κυρίω αποθνήσκομεν. εάν τε ούν ζώμεν εάν τε αποθνήσκωμεν, τού Κυρίου εσμέν. 
9 εις τούτο γάρ Χριστός καί απέθανε καί ανέστη καί έζησεν, ίνα καί νεκρών καί ζώντων κυριεύση. 
10 Σύ δέ τί κρίνεις τόν αδελφόν σου; ή καί σύ τί εξουθενείς τόν αδελφόν σου; πάντες γάρ παραστησόμεθα τώ βήματι τού Χριστού. 
11 γέγραπται γάρ ζώ εγώ, λέγει Κύριος, ότι εμοί κάμψει πάν γόνυ, καί πάσα γλώσσα εξομολογήσεται τώ Θεώ. 
12 άρα ούν έκαστος ημών περί εαυτού λόγον δώσει τώ Θεώ.

Στίχ. 13-23. Προτροπαί πρός τούς δυνατούς. 

13 Μηκέτι ούν αλλήλους κρίνωμεν, αλλά τούτο κρίνατε μάλλον, τό μή τιθέναι πρόσκομμα τώ αδελφώ ή σκάνδαλον. 
14 οίδα καί πέπεισμαι εν Κυρίω Ιησού ότι ουδέν κοινόν δι' αυτού ει μή τώ λογιζομένω τι κοινόν είναι, εκείνω κοινόν. 
15 ει δέ διά βρώμα ο αδελφός σου λυπείται, ουκέτι κατά αγάπην περιπατείς. μή τώ βρώματί σου εκείνον απόλλυε, υπέρ ού Χριστός απέθανε. 
16 μή βλασφημείσθω ούν υμών τό αγαθόν. 
17 ου γάρ εστιν η βασιλεία τού Θεού βρώσις καί πόσις, αλλά δικαιοσύνη καί ειρήνη καί χαρά εν Πνεύματι Αγίω 
18 ο γάρ εν τούτοις δουλεύων τώ Χριστώ ευάρεστος τώ Θεώ καί δόκιμος τοίς ανθρώποις. 
19 άρα ούν τά τής ειρήνης διώκωμεν καί τά τής οικοδομής τής εις αλλήλους. 
20 μή ένεκεν βρώματος κατάλυε τό έργον τού Θεού. πάντα μέν καθαρά, αλλά κακόν τώ ανθρώπω τώ διά προσκόμματος εσθίοντι. 
21 καλόν τό μή φαγείν κρέα μηδέ πιείν οίνον μηδέ εν ώ ο αδελφός σου προσκόπτει ή σκανδαλίζεται ή ασθενεί. 
22 σύ πίστιν έχεις; κατά σεαυτόν έχε ενώπιον τού Θεού. μακάριος ο μή κρίνων εαυτόν εν ώ δοκιμάζει. 
23 ο δέ διακρινόμενος εάν φάγη, κατακέκριται, ότι ουκ εκ πίστεως πάν δέ ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν.

Στίχ. 24-26. Δοξολογία. 

24 Τώ δέ δυναμένω υμάς στηρίξαι κατά τό ευαγγέλιόν μου καί τό κήρυγμα Ιησού Χριστού, κατά αποκάλυψιν μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου, 
25 φανερωθέντος δέ νύν, διά τε γραφών προφητικών κατ' επιταγήν τού αιωνίου Θεού εις υπακοήν πίστεως εις πάντα τά έθνη γνωρισθέντος, 
26 μόνω σοφώ Θεώ διά Ιησού Χριστού, ώ η δόξα εις τούς αιώνας αμήν.

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Θέλω να πιστέψω στον Τριαδικό Θεό μας.
Να αλλάξω.
Να Τον καταλάβω. Γιατί επιμένει να με πάρει στην βασιλεία Του;
Γιατί κατέβηκε στην γη να με σώσει; Με ρώτησε; Καλά δεν είμαι;
Είμαι;
Θέλω να αλλάξω. Να Τον πιστέψω. Να γίνω διαφορετικός.
Πώς;
Αλήθεια πώς;
Δεν έχω την δύναμη να φύγω από την αμαρτία, είμαι δεμένος χειροπόδαρα. Του ζητώ βοήθεια.
Δεν την παίρνω, και χάνομαι περισσότερο στον βούρκο τής αμαρτίας. Δοκιμάζομαι; Γιατί;
Με δημιούργησε, γιατί με παιδεύει; Γιατί δεν με παίρνει κοντά Του από τώρα;
Θέλω να Τον καταλάβω.
Περιμένει εμένα τον άθλιο τον τιποτένιο το βδέλυγμα;
Ο μοναδικός Θεός, περιμένει εμένα; Αυτός που με δημιούργησε περιμένει εμένα;
Μα πώς; Δεν μπορώ, είμαι δεμένος.
Μήπως εδώ είναι το κλειδί;
Ναι, όντως είναι το κλειδί.
Η θέληση.
Η θέληση είναι το κλειδί που ανοίγει τα δεσμά.
Αρχή μετανοίας λιπών. Πώς;
Με το να γίνω Ορθόδοξος Χριστιανός και στην πράξη. Όχι μόνο στο όνομα.
Να γίνω Άγιος. Ναι αυτό θέλω τελικά. Να γίνω Άγιος.
Μετά δεν θα έχω εγωισμό.
Δεν θα έχω κατάκριση, γιατί δεν θα κρίνω πλέον
Δεν θα έχω μίσος, γιατί θα αγαπώ όλους.
Δεν θα είμαι φιλάργυρος, γιατί θα είμαι ελεήμων.
Δεν θα υπηρετώ τον διάβολο γιατί θα έχω μέσα μου τον Θεό.
Τώρα κατάλαβα, ότι είναι Αγάπη. Σε όλα τα γιατί, η απάντηση είναι, επειδή ο Θεός είναι Αγάπη.
Θα παλέψω να την αποκτήσω. Το ξέρω ότι θα χύσω αίμα για να την αποκτήσω.
Δεν ξέρω αν θα την αποκτήσω αλλά θα προσπαθώ.
Ο δρόμος του Θεού. Δύσκολος ανηφορικός, τεθλιμμένη οδός.
Όσο όμως τον βαδίζω ανακαλύπτω ότι δεν είμαι μόνος. Η φιλανθρωπία Του μου έδωσε και φύλακα άγγελο να με προσέχει.
Μου έδωσε πνευματικό να με καθοδηγεί και μέσο αυτού να σβήνονται οι αμαρτίες μου στην εξομολόγηση.
Μου έδωσε όπλα να αμυνθώ κατά του αντιπάλου. Πνευματικά όπλα. Αυτά που σκοτώνουν τον αόρατο εχθρό.
Τη προσευχή, την νηστεία, την μετάνοια, την εξομολόγηση, την ελεημοσύνη.
Ας βάλω και εγώ την θέληση.

Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού του ζώντος, ελέησον με τον αμαρτωλό δούλο σου.
Πρεσβείες της Παναχράντου σου Μητρός, και πάντων Σου των Αγίων. Αμήν

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ' 

Στίχ. 1-7. Τα καθήκοντα τού Χριστιανού πρός τό Κράτος.

Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. ου γάρ έστιν εξουσία ει μή υπό Θεού αι δέ ούσαι εξουσίαι υπό τού Θεού τεταγμέναι εισίν. 
2 ώστε ο αντιτασσόμενος τή εξουσία τή τού Θεού διαταγή ανθέστηκεν οι δέ ανθεστηκότες εαυτοίς κρίμα λήψονται. 
3 οι γάρ άρχοντες ουκ εισί φόβος τών αγαθών έργων, αλλά τών κακών. θέλεις δέ μή φοβείσθαι τήν εξουσίαν; τό αγαθόν ποίει, καί έξεις έπαινον εξ αυτής 
4 Θεού γάρ διάκονός εστί σοι εις τό αγαθόν. εάν δέ τό κακόν ποιής, φοβού ου γάρ εική τήν μάχαιραν φορεί Θεού γάρ διάκονός εστιν εις οργήν, έκδικος τώ τό κακόν πράσσοντι. 
5 διό ανάγκη υποτάσσεσθαι ου μόνον διά τήν οργήν, αλλά καί διά τήν συνείδησιν. 
6 διά τούτο γάρ καί φόρους τελείτε λειτουργοί γάρ Θεού εισιν εις αυτό τούτο προσκαρτερούντες. 
7 απόδοτε ούν πάσι τάς οφειλάς, τώ τόν φόρον τόν φόρον, τώ τό τέλος τό τέλος, τώ τόν φόβον τόν φόβον, τώ τήν τιμήν τήν τιμήν. 

Στίχ. 8-10. Η πρός τόν πλησίον αγάπη ως κοινωνικόν καθήκον.

8 μηδενί μηδέν οφείλετε ει μή τό αγαπάν αλλήλους. ο γάρ αγαπών τόν έτερον νόμον πεπλήρωκε 
9 τό γάρ ου μοιχεύσεις, ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ουκ επιθυμήσεις, καί εί τις ετέρα εντολή, εν τούτω τώ λόγω ανακεφαλαιούται, εν τώ αγαπήσεις τόν πλησίον σου ως σεαυτόν. 
10 η αγάπη τώ πλησίον κακόν ουκ εργάζεται πλήρωμα ούν νόμου η αγάπη. 

Στίχ. 11-14. Διά τήν χριστιανικήν τελειότητα έξοχον κίνητρον η τελική σωτηρία.

11 Καί τούτο, ειδότες τόν καιρόν, ότι ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι νύν γάρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν. 
12 η νύξ προέκοψεν, η δέ ημέρα ήγγικεν. αποθώμεθα ούν τά έργα τού σκότους καί ενδυσώμεθα τά όπλα τού φωτός. 
13 ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μή κώμοις καί μέθαις, μή κοίταις καί ασελγείαις, μή έριδι καί ζήλω, 
14 αλλ' ενδύσασθε τόν Κύριον Ιησούν Χριστόν, καί τής σαρκός πρόνοιαν μή ποιείσθε εις επιθυμίας.