Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Στίχ. 1-7. Ο Παύλος ευχαριστεί τον Θεόν διά την αγάπην και την πίστην του Φιλήμονος.

Παύλος, δέσμιος Χριστού Ιησού, και Τιμόθεος ο αδελφός, Φιλήμονι τω αγαπητώ και συνεργώ ημών
2 και Απφία τη αγαπητή και Αρχίππω τω συστρατιώτη ημών και τη κατ’ οίκόν σου εκκλησία
3 χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού.
4 Ευχαριστώ τω Θεώ μου πάντοτε μνείαν σου ποιούμενος επί των προσευχών μου,
5 ακούων σου την αγάπην και την πίστιν ην έχεις προς τον Κύριον Ιησούν και εις πάντας τους αγίους,
6 όπως η κοινωνία της πίστεώς σου ενεργής γένηται εν επιγνώσει παντός αγαθού του εν ημίν εις Χριστόν Ιησούν.
7 χάριν γαρ έχομεν πολλήν και παράκλησιν επί τη αγάπη σου, ότι τα σπλάγχνα των αγίων αναπέπαυται διά σου, αδελφέ.

Στίχ. 8-25. Παρακαλεί διά τον Ονήσιμον.

8 Διό, πολλήν εν Χριστώ παρρησίαν έχων επιτάσσειν σοι το ανήκον,
9 διά την αγάπην μάλλον παρακαλώ τοιούτος ων, ως Παύλος πρεσβύτης, νυνί δε και δέσμιος Ιησού Χριστού,
10 παρακαλώ σε περί του εμού τέκνου, ον εγέννησα εν τοις δεσμοίς μου, Ονήσιμον,
11 τον ποτέ σοι άχρηστον, νυνί δε σοι και εμοί εύχρηστον, ον ανέπεμψα
12 συ δε αυτόν, τουτ’ έστιν τα εμά σπλάγχνα, προσλαβού
13 ον εγώ εβουλόμην προς εμαυτόν κατέχειν, ίνα υπέρ σου διακονή μοι εν τοις δεσμοίς του ευαγγελίου
14 χωρίς δε της σης γνώμης ουδέν ηθέλησα ποιήσαι, ίνα μη ως κατά ανάγκην το αγαθόν σου η, αλλά κατά εκούσιον.
15 τάχα γαρ διά τούτο εχωρίσθη προς ώραν, ίνα αιώνιον αυτόν απέχης,
16 ουκέτι ως δούλον, αλλ’ υπέρ δούλον, αδελφόν αγαπητόν, μάλιστα εμοί, πόσω δε μάλλον σοι και εν σαρκί και εν Κυρίω!
17 ει ουν με έχεις κοινωνόν, προσλαβού αυτόν ως εμέ.
18 ει δε τι ηδίκησέ σε ή οφείλει, τούτο εμοί ελλόγει
19 εγώ Παύλος έγραψα τη εμή χειρί, εγώ αποτίσω ίνα μη λέγω σοι ότι και σεαυτόν μοι προσοφείλεις.
20 ναι, αδελφέ, εγώ σου οναίμην εν Κυρίω ανάπαυσόν μου τα σπλάγχνα εν Κυρίω.
21 Πεποιθώς τη υπακοή σου έγραψά σοι, ειδώς ότι και υπέρ ο λέγω ποιήσεις.
22 άμα δε και ετοίμαζέ μοι ξενίαν ελπίζω γαρ ότι διά των προσευχών υμών χαρισθήσομαι υμίν.
23 Ασπάζεταί σε Επαφράς ο συναιχμάλωτός μου εν Χριστώ Ιησού,
24 Μάρκος, Αρίσταρχος, Δημάς, Λουκάς, οι συνεργοί μου.
25 Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος υμών αμήν. 

Η ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Ο Φιλήμων υπήρξε Χριστιανός εύπορος εν Κολασσαίς, ελκυσθείς εις την χριστιανικήν  πίστιν υπό του Παύλου, ως εμφαίνεται εκ του στίχ. 19 της επιστολής, ήτις απευθύνεται και προς την Απφίαν, σύζυγον φαίνεται του Φιλήμονος, και προς τον Άρχιππον τον συστρατιώτην, υιόν πιθανώς του Φιλήμονος, έχοντα αξίωμα εκκλησιαστικόν εν τη Εκκλησία των Κολασσαέων. Μετά το Μηναίον τη 22 Νοεμβρίου εορτάζεται << η μνήμη των αγίων Αποστόλων Φιλήμονος, Αρχίππου, Απφίας και Ονησίμου, μαθητών γεγονότων Παύλου του Αποστόλου >>. Ο δε εν τη επιστολή αναφερόμενος Ονήσιμος υπήρξε δούλος του Φιλήμονος, δραπετεύσας εκ του οίκου αυτού και καταφυγών εις Ρώμην, όπου συνήντησε τον Παύλον και ειλκύσθη υπ’ αυτού εις την πίστιν. Και επεθύμει μεν ο Απόστολος, ίνα κρατήση παρ’ εαυτώ τον Ονήσιμον διά να υπηρετήται υπ’ αυτού, δεν επεθύμει όμως να πράξη τούτο άνευ της συγκαταθέσεως του κυρίου του. Εξ άλλου ο Ονήσιμος διά της φυγής του, αν μη και διά κλοπής τινος, είχεν αδικήσει τον κύριόν του και ως Χριστιανός ώφειλε να σπεύση εις επανόρθωσιν της προσγενομένης αδικίας. Επ’ ευκαιρία λοιπόν της εκ Ρώμης αναχωρήσεως του Τυχικού διά τας Κολασσάς και Λαοδίκειαν, συναπέστειλεν ο Παύλος και τον Ονήσιμον προς τον κύριον αυτού γράψας και την συστατικήν ταύτην επιστολήν κατά τον αυτόν χρόνον, κατά τον οποίον και την προς Κολασσαείς επιστολήν, και παρακαλεί εν αυτή τον Φιλήμονο, ίνα δεχθή ευμενώς τον αδικήσαντα τούτον Ονήσιμον. 

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄

Στίχ. 1-8. Οδηγίαι διά την συμπεριφοράν των Χριστιανών.

Υπομίμνησκε αυτούς αρχαίς και εξουσίαις υποτάσσεσθαι, πειθαρχείν, προς παν έργον αγαθόν ετοίμους είναι,
2 μηδένα βλασφημείν, αμάχους είναι, επιεικείς, πάσαν ενδεικνυμένους πραότητα προς πάντας ανθρώπους.
3 Ήμεν γαρ ποτε και ημείς ανόητοι, απειθείς, πλανώμενοι, δουλεύοντες επιθυμίαις και ηδοναίς ποικίλαις, εν κακία και φθόνω διάγοντες, στυγητοί, μισούντες αλλήλους
4 ότε δε η χρηστότης και η φιλανθρωπία επεφάνη του σωτήρος ημών Θεού,
5 ουκ εξ έργων των εν δικαιοσύνη ων εποιήσαμεν ημείς, αλλά κατά τον αυτού έλεον έσωσεν ημάς διά λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως Πνεύματος Αγίου,
6 ου εξέχεεν εφ’ ημάς πλουσίως διά Ιησού Χριστού του σωτήρος ημών,
7 ίνα δικαιωθέντες τη εκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ’ ελπίδα ζωής αιωνίου.
8 Πιστός ο λόγος και περί τούτων βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι, ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ. Ταύτα εστι τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις

Στίχ. 9-15. Οδηγίαι διά την διαγωγήν του Τίτου.

9 μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς περιίστασο εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι.
10 αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού,
11 ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος.
12 Όταν πέμψω Αρτεμάν προς σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν προς με εις Νικόπολιν εκεί γαρ κέκρικα παραχειμάσαι.
13 Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη.
14 μανθανέτωσαν δε και οι ημέτεροι καλών έργων προΐστασθαι εις τας αναγκαίας χρείας, ίνα μη ώσιν άκαρποι.
15 Ασπάζονταί σε οι μετ’ εμού πάντες. άσπασαι τους φιλούντας ημάς εν πίστει. Η χάρις μετά πάντων υμών αμήν. 

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄

Στίχ. 1-15. Καθήκοντα και υποχρεώσεις ωρισμένων τάξεων Χριστιανών.

Συ δε λάλει α πρέπει τη υγιαινούση διδασκαλία.
2 Πρεσβύτας νηφαλίους είναι, σεμνούς, σώφρονας, υγιαίνοντας τη πίστει, τη αγάπη, τη υπομονή.
3 Πρεσβύτιδας ωσαύτως εν καταστήματι ιεροπρεπείς, μη διαβόλους, μη οίνω πολλώ δεδουλωμένας, καλοδιδασκάλους,
4 ίνα σωφρονίζωσι τας νέας φιλάνδρους είναι, φιλοτέκνους,
5 σώφρονας, αγνάς, οικουρούς, αγαθάς, υποτασσομένας τοις ιδίοις ανδράσιν, ίνα μη ο λόγος του Θεού βλασφημήται.
6 Τους νεωτέρους ωσαύτως παρακάλει σωφρονείν,
7 περί πάντα σεαυτόν παρεχόμενος τύπον καλών έργων, εν τη διδασκαλία αδιαφθορίαν, σεμνότητα, αφθαρσίαν,
8 λόγον υγιή, ακατάγνωστον, ίνα ο εξ εναντίας εντραπή μηδέν έχων περί ημών λέγειν φαύλον.
9 Δούλους ιδίοις δεσπόταις υποτάσσεσθαι, εν πάσιν ευαρέστους είναι, μη αντιλέγοντας,
10 μη νοσφιζομένους, αλλά πίστιν πάσαν ενδεικνυμένους αγαθήν, ίνα την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού κοσμώσιν εν πάσιν.
11 Επεφάνη γαρ η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις,
12 παιδεύουσα ημάς ίνα αρνησάμενοι την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι,
13 προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,
14 ος έδωκεν εαυτόν υπέρ ημών, ίνα λυτρώσηται ημάς από πάσης ανομίας και καθαρίση εαυτώ λαόν περιούσιον, ζηλωτήν καλών έργων.
15 Ταύτα λάλει και παρακάλει και έλεγχε μετά πάσης επιταγής μηδείς σου περιφρονείτω. 

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄

Στίχ. 1-9. Ποίοι να εκλέγωνται επίσκοποι.

Παύλος, δούλος Θεού, απόστολος δε Ιησού Χριστού κατά πίστιν εκλεκτών Θεού και επίγνωσιν αληθείας της κατ’ ευσέβειαν
2 επ’ ελπίδι ζωής αιωνίου, ην επηγγείλατο ο αψευδής Θεός προ χρόνων αιωνίων,
3 εφανέρωσε δε καιροίς ιδίοις τον λόγον αυτού εν κηρύγματι ο επιστεύθην εγώ κατ’ επιταγήν του σωτήρος ημών Θεού,
4 Τίτω γνησίω τέκνω κατά κοινήν πίστιν χάρις, έλεος, ειρήνη από Θεού πατρός και Κυρίου Ιησού Χριστού του σωτήρος ημών.
5 Τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώση, και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην,
6 ει τις εστιν ανέγκλητος, μιάς γυναικός ανήρ, τέκνα έχων πιστά, μη εν κατηγορία ασωτίας ή ανυπότακτα.
7 δει γαρ τον επίσκοπον ανέγκλητον είναι ως Θεού οικονόμον, μη αυθάδη, μη οργίλον, μη πάροινον, μη πλήκτην, μη αισχροκερδή,
8 αλλά φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, όσιον, εγκρατή,
9 αντεχόμενον του κατά την διδαχήν πιστού λόγου, ίνα δυνατός ή και παρακαλείν εν τη διδασκαλία τη υγιαινούση και τους αντιλέγοντας ελέγχειν.

Στίχ. 10-16. Πως να καταπολεμώνται οι ψευδοδιδάσκαλοι.

10 Εισί γαρ πολλοί και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται, μάλιστα οι εκ περιτομής,
11 ους δει επιστομίζειν, οίτινες όλους οίκους ανατρέπουσι διδάσκοντες α μη δει αισχρού κέρδους χάριν.
12 είπε τις εξ αυτών ίδιος αυτών προφήτης Κρήτες αεί ψεύσται, κακά θηρία γαστέρες αργαί.
13 η μαρτυρία αύτη εστίν αληθής. δι’ ην αιτίαν έλεγχε αυτούς αποτόμως, ίνα υγιαίνωσιν εν τη πίστει,
14 μη προσέχοντες Ιουδαϊκοίς μύθοις και εντολαίς ανθρώπων αποστρεφομένων την αλήθειαν.
15 πάντα μεν καθαρά τοις καθαροίς τοις δε μεμιαμμένοις και απίστοις ουδέν καθαρόν, αλλά μεμίανται αυτών και ο νους και η συνείδησις.
16 Θεόν ομολογούσιν ειδέναι, τοις δε έργοις αρνούνται, βδελυκτοί όντες και απειθείς και προς παν έργον αγαθόν αδόκιμοι.