Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΦΕΡΩΝ
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
καί επέκεινα μέχρι τής κακίστης τελευτής τού
ΠΙΛΑΤΟΥ
τών τε αρχιερέων ’Άννα καί Καϊάφα καί τών λοιπών
Ιουδαίων τών σταυρωσάντων τόν Κύριον ημών
ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΝ




Μετά τό γένεσθαι ταύτα πάντα, ως είπομεν άνωθε, αφ’ ού ανέτειλεν η ημέρα τής Κυριακής, ποιήσαντες συμβούλιον οι Αρχιερείς τών Ιουδαίων μετά τών λοιπών, απέστειλαν εκβαλείν τόν Ιωσήφ εκ τής φυλακής εις τό θανατώσαι αυτόν ανοίξαντες δέ τήν φυλακήν, ουχ’ εύρον αυτόν καί εθαύμαζον επί τούτω πώς τών θυρών κεκλεισμένων, καί τών σφραγίδων ευρεθεισών σώων, ο Ιωσήφ μόνον ουχ’ ευρίσκετο εν τή φυλακή πρός ταύτα δέ παραγενόμενος είς τών στρατιωτών τών τηρούντων τόν τάφον, λέγει τή συναγωγή: εμάθατε ότι ανέστη ο Ιησούς; Λέγουσιν αυτώ οι Ιουδαίοι: πώς; Ο δε έφη: σεισμός μέγας εγένετο πρώτον, είτα άγγελος Κυρίου αστραπηφόρος εξ Ουρανού εκύλισε τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου και εκάθησεν επάνω αυτού, ημείς δε πάντες οι στρατιώται από φόβου αυτού εγενόμεθα ωσεί νεκροί ώστε ούτε φυγείν ηδυνάμεθα, ούτε λαλήσαι, ηκούσαμεν δε και του Αγγέλου λέγοντος προς τάς γυναίκας, αίτινες ήλθον εκείσαι του ιδείν τον τάφον: μη φοβείσθε υμείς οίδα γάρ ότι τον Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε, ουκ έστιν ώδε, αλλ’ ανέστη καθώς προείπεν υμίν πορεύθητε ούν και είπατε τοίς μαθηταίς αυτού και τώ Πέτρω ότι ηγέρθη από των νεκρών, και πορευθήτωσαν εις την Γαλιλαίαν ίνα εύρωσιν Αυτόν εκεί.


Τότε οι Ιουδαίοι ταύτα ακούσαντες είπον πρός αυτόν καί τούς λοιπούς στρατιώτας: ποίαι ήσαν αι γυναίκες αι ελθούσαι εις τόν τάφον; καί διατί ουκ εκρατήσατε αυτάς; λέγουσιν οι στρατιώται: εκ τού φόβου καί τής θεωρίας μόνον τού Αγγέλου ούτε λαλήσαι ούτε κινηθήναι ηδυνάμεθα. Οι δέ Ιουδαίοι είπον: ζή Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, ουδέ έν πιστεύομεν από αυτά ά λέγετε. Λέγουσιν οι στρατιώται: άν τοσαύτα θαύματα όσα αυτός ο Ιησούς έτι ών εποίησεν ουκ επιστεύσατε, πώς τώρα θέλετε πιστεύσει; πλήν καλώς λέγετε τό : ζή Κύριος ο Θεός ότι καί Ούτος ζή, όν υμείς εσταυρώσατε. Αλλ' ηκούσαμεν καί τούτο, ότι τόν Ιωσήφ είχατε εν τή φυλακή κεκλεισμένον, είτα ανοίξαντες τάς θύρας ουκ ηύρατε αυτόν, δότε ούν υμείς τόν Ιωσήφ καί ούτω δώσωμεν καί ημείς τόν Ιησούν. Λέγουσιν οι Ιουδαίοι: τόν Ιωσήφ εκ τής φυλακής φυγόντα, ευρήσετε αυτόν εις τήν Αριμανθαίαν τήν πατρίδα αυτού. Οι δέ στρατιώται είπον: καί τόν Ιησούν εκ τού τάφου αναστάντα απέλθετε εις τήν Γαλιλαίαν ίνα εύρητε Αυτόν εκεί, καθώς ο Άγγελος είπε ταίς γυναιξίν.


Επί τούτοις τοίς λόγοις οι Ιουδαίοι φοβηθέντες είπον τοίς στρατιώτας: οράτε, μηδένα τών τοιούτων λόγων εις ουδένα είπητε, ότι πάντες πιστεύσαι θέλουσιν εις τόν Ιησούν επί τούτω δέ καί αργύρια πολλά θέλετε λάβει αφ' ημών, ίνα είπητε, ότι ημών κοιμωμένων ήλθον οι μαθηταί Αυτού καί έκλεψαν Αυτόν. Οι δέ στρατιώται είπον: φοβούμεθα μήπως ακούση ο Πιλάτος ότι ελάβομεν αργύρια καί παιδεύση ημάς. Οι δέ Αρχιερείς είπον: λάβετε ταύτα καί ποιήσατε ως ημών διατάττεσθε, ημείς δέ εγγυόμεθα ίνα απολογίαν δώσωμεν τώ Πιλάτω αντί υμών. Τότε οι στρατιώται λαβόντες τά αργύρια είπον καθώς διετάχθησαν, καί άδεται μέχρι τής σήμερον ο τοιούτος ψευδής λόγος υπό τών Ιουδαίων.


Μετά δέ ολίγας ημέρας ήλθον από τήν Γαλιλαίαν εις τά Ιεροσόλυμα τρείς άνθρωποι, ο είς ιερεύς, ονόματι Φινεές, ο έτερος Λευϊτης, ονόματι Αγγαίος, ο δέ άλλος στρατιώτης, ονόματι Αδδάς. Ούτοι ήλθον πρός τούς Αρχιερείς καί είπον αυτοίς καί τώ Λαώ τόν Ιησούν όν υμείς εσταυρώσατε είδομεν εν τή Γαλιλαία μετά τών ένδεκα μαθητών Αυτού επάνω εις τό όρος τών Ελεών διδάσκοντα αυτούς καί λέγοντα πορευθήτε εις τόν Κόσμον άπαντα καί κηρύξατε τό Ευαγγέλιον, λέγοντες ο πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ο δέ απιστήσας κατακριθήσεται καί εωράκαμεν ημείς αυτόν, καί έτεροι πολλοί ως πεντακόσιοι καί επέκεινα. Οι δέ Αρχιερείς καί ο λαός τών Ιουδαίων ακούσαντες ταύτα είπον πρός αυτούς τούς τρείς δότε δόξαν τώ Θεώ καί μετανοείσθε διά τά οποία ψεύδεσθε, οι δέ είπον: Ζή Κύριος ο Θεός τών πατέρων ημών τού Αβραάμ, Ισαάκ καί Ιακώβ ου ψευδόμεθα, αλλά τήν αλήθειαν λέγομεν τότε εξώρκισεν αυτούς ο Αρχιερεύς, καί δούς αυτοίς αργύρια απέστειλεν εις άλλον τόπον, ίνα μή τήν Ανάστασιν τού Κυρίου κηρύττωσιν καί πιστεύσωσιν άπαντες.


Άλλ' επειδή οι τοιούτοι λόγοι ηκούσθησαν καί εις τόν λαόν, συνήχθη όχλος πολύς εις τόν Ναόν, καί εγένετο μεγάλη στάσις έλεγον γάρ πολλοί ότι ο Ιησούς ανέστη από τών νεκρών καθώς ακούομεν, καί διατί νά σταυρώσητε αυτόν; Οι δέ Αρχιερείς είπον: μή πιστεύετε, ώ Ιουδαίοι, δι' εκείνα τά οποία λέγουσιν οι στρατιώτα, μηδέ νά πιστεύσητε ότι είδον Αγγέλους καταβάντας εκ τού Ουρανού, διότι ως ημείς εδώκαμεν αργύρια τοίς στρατιώταις ίνα μή λέγωσι τούς τοιούτους ψευδείς λόγους, ούτως έδωκαν καί οι μαθηταί τού Ιησού πρός αυτούς ίνα λέγωσιν ότι ανέστη εκ τών νεκρών. Πρός ταύτα ο Νικόδημος απεκρίθη ακούσατε ώ παίδες τών Ιεροσολύμων. Ο Προφήτης Ηλιού ανέβη εις ύψος Ουρανού μετά πυρίνου άρματος λοιπόν ουδέν άπιστον ότι καί ο Κύριος ανέστη προτύπωσις γ΄ρ τού Ιησού ο προφήτης Ηλιού ήν, ίνα όταν ακούσητε ότι ο Κύριος ανέστη μηδέν απιστήσητε νύν δέ εγώ σάς λέγω καί σάς συμβουλεύω ούτως: πρέπει νά αποστείλωμεν στρατιώτας εις τήν Γαλιλαίαν, εκεί οπού οι τρείς ούτοι άνθρωποι μαρτυρούσιν, ότι είδον Αυτόν μετά τών μαθητών αυτού όπως εύρωσιν αυτόν, καί ούτω ζητήσωσιν παρ' αυτού συγχώρησιν εις ό,τι αυτώ επράξαμεν.


Ούτος ο λόγος ήρεσεν εις πάντας λοιπόν εκλέξαντες στρατιώτας έστειλαν εις τήν Γαλιλαίαν, απελθόντες δέ τόν μέν Ιησούν ουχ' εύρον, εύρον δέ μόνον τόν Ιωσήφ εις Αριμανθίαν, γράψαντες ούν οι στρατιώται πρός τούς Αρχιερείς, εγνώρισαν όν ζητούσι καί συναγαγόντες τόν λαόν είπον: τί ποιήσωμεν τώ Ιωσήφ ελθείν πρός ημάς; συμβουλευσάμενοι ούν έγραψαν πρός αυτόν επιστολήν λέγουσαν ούτω:


'' Τώ Ιωσήφ ειρήνη σοι, ειρήνη τώ οίκω σου, καί τοίς φίλοις σου. Ημείς οίδαμεν ότι επταίσαμεν εις τόν Θεόν καί πρός σέ τόν δούλον αυτού, διά τούτο δέ παρακαλούμεν ίνα έλθης ενταύθα, καί πρός ημάς τούς παίδας σου πολλά γάρ εθαυμάσαμεν πώς έφυγες εκ τής φυλακής, καί καλώς εποίησας, ότι κακήν βουλήν είχομεν κατά σού ελυτρώσατο γάρ σε ο Κύριος εκ χειρός ημών, αλλ' έρχου νύν πρός ημάς σύ γάρ εί η τιμή τού λαού ημών''.


Ταύτην τήν επιστολήν απέστειλαν εις Αριμαθαίαν οι Ιουδαίοι μετά τών επτά στρατιωτών φίλων όντων τού Ιωσήφ οι πορευθέντες εύρον αυτόν, καί έδωκαν αυτώ τήν επιστολήν ο δέ Ιωσήφ αναγνώσας αυτήν εδόξασεν τόν Θεόν, καί τούς στρατιώτας ησπάζετο, καί τραπέζης επιτεθείσης ήσθιε καί έπινε μετ' αυτών τή δ' επαύριον επορεύθη μετ' αυτών εις Ιεροσόλυμα καί ως επλησίασαν εις τήν πόλιν εξήλθεν πάς ο λαός εις απάντησιν αυτού, καί κατησπάζοντο αυτόν, ο δέ Νικόδημος εδέξατο εις τ΄ν οίκον αυτού τή δέ επιούση ημέρα προσεκάλεσαν αυτόν εν τώ Ναώ οι Αρχιερείς καί είπον αυτώ: δός δόξαν τώ Θεώ τού Ισραήλ καί ειπέ ημίν τήν αλήθειαν οίδαμεν γάρ ότι τόν Ιησούν εκήδευσας, καί επί τούτω εκρατήσαμέν σε εν τή φυλακή είτα ζητήσαντές σε εκβαλείν πρός τό φονευθήναι ουχ' εύρομέν σε εκεί καί θαυμάσαντες εις τούτο, πολλά εφοβήθημεν καί τώ Θεώ εδεόμεθα εις τόν ευρείν σε νύν δέ λέγει ημίν τήν αλήθειαν.


Πρός ταύτα αποκριθείς ο Ιωσήφ έφη: Εγώ μετά τήν εσπέραν τής Παρασκευής όντος μου εν τή φυλακή έπεσα εις προσευχήν δι' όλης τής νυκτός καί τής ημέρας τού Σαββάτου, καί πρός τό μεσονύκτιον τής επιούσης νυκτός ορώ τόν οίκον τής φυλακής αιρόμενον υπό τεσσάρων Αγγέλων, από τών τεσσάρων γωνιών κατέχοντες αυτόν καί εισήλθεν ο Ιησούς ένδον τής φυλακής ως αστραπή, κ' εγώ δέ από τού φόβου μου έπεσον εις τήν γήν ο δέ Ιησούς κρατήσας με τής χειρός, ήγειρε λέγων μή φοβού Ιωσήφ. Είτα παραλαβών κατεφίλησέ με καί λέγει μοι: επιστράφου καί ίδε τίς ειμί; στραφείς ούν καί ιδών Αυτόν είπον: Κύριε, τίς εί; λέγει μοι εκείνος: εγώ ειμί Ιησούς, όν προχθές σύ εκήδευσας εγώ δέ είπον αυτόν: δείξον μοι τόν τάφον καί τότε πιστεύσω σοι λαβών με ούν εκ τής χειρός, ήγαγέ με επί τόν τάφον όντα ανεωγμένον, καί ιδών τήν σινδόνα καί τό σουδάριον τά οποία καί γνωρίσας είπον: ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου καί προσεκύνησα αυτόν. Ο δέ Ιησούς λαβών με εκ τής χειρός ακολουθούντων καί τών Αγγέλων, ήγαγέ με έως εις τήν Αριμαθαίαν εις τόν οίκον μου καί λέγει μοι: κάθου ενταύθα έως τεσσαράκοντα ημέρας εγώ γάρ υπάγω εις τούς μαθητάς μου τού πληροφορήσαι αυτούς τού κηρύττειν τήν εμήν Ανάστασιν.


Ταύτα ειπόντες τού Ιωσήφ, έκραξαν οι Αρχιερείς πρός τόν λαόν: ημείς οίδαμεν ότι ο Ιησούς είχε πατέρα καί μητέρα, καί πώς μέλλομεν πιστεύσαι ότι αυτός εστιν ο Χριστός; απεκρίθη είς εκ τών Λευϊτών καί είπεν εγώ οίδα τήν γενεάν τού Χριστού άνθρωποι ευγενείς καί εργάται δοκιμώτατοι εισι τών εντολών τού Θεού. Εγνώρισα δέ καί Συμεών τόν πρεσβύτερον όστις εδέξατο Αυτόν βρέφος εις τάς αγκάλας αυτού εν τώ Ιερώ επιμαρτυρήσαντα Αυτώ καί ειπόντα: <<Νύν απολύεις τόν δούλον σου Δέσποτα κατά τό ρήμα σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου τό σωτήριόν Σου ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τών λαών φώς εις αποκάλυψιν εθνών καί δόξαν λαού Σου Ισραήλ>>. Οι δέ Αρχιερείς είπον άς εύρωμεν λοιπόν τούς τρείς εκείνους τούς ιδόντας Αυτόν εις τό Όρος τών Ελεών, καί ερωτήσωμεν αυτούς ακριβώς καί εξωρκίσωμεν ίνα είπωσιν ημίν τήν πάσαν αλήθειαν. Ελθόντες ούν οι τρείς εκείνοι απεκρίθησαν καί είπον Ζή Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, είδομεν τόν Ιησούν εις τό Όρος τών Ελεών ζώντα, καί εις τόν ουρανόν αναβαίνοντα. Τότε ο Άννας καί Καϊάφας διεχώρησαν τούς τρείς τούτους καί ερωτήσαντες ιδιαιτέρως αυτούς, ομοφώνησαν καί οι τρείς. Οι δέ Αρχιερείς αποκριθέντες είπον Η Γραφή λέγει: Επί δύο ή τριών μαρτύρων σταθήσεται πάν ρήμα. Ο Ιωσήφ ομολογεί ότι εκήδευσε καί ενεταφίασεν Αυτόν μετά τού Νικοδήμου καί πώς εστιν αληθές ότι ηγέρθη; λέγει ο Ιωσήφ καί τό θαυμαστόν ότι ο τόν τετραήμερον εγείρας μή εγερθήναι καί αυτός τριήμερος; καί ός ου μόνον τόν Λάζαρον ήγειρεν, αλλά καί άλλους πολλούς εν Ιεροσολύμοις; καί ει τούς άλλους αγνοείται, κάν Συμεών τόν πρεσβύτερον καί τούς δύο υιούς αυτού, ομού καί τούς δύο αδελφούς αυτού, ούς ανέστησε, καί τούς οποίους καλώς γνωρίζετε, ωσάν όπου πρό ολίγου ενεταφιάσατε νύν δέ οι τάφοι αυτών φαίνονται ανεωγμένοι καί κενοί, εκείνοι δέ ζώντες διατρίβουσιν εις Αριμαθαίαν.


Τότε ηγέρθησαν οι Αρχιερείς καί Ιωσήφ, καί Νικόδημος, καί Γαμαλιήλ, καί έτεροι μετ' αυτών καί απήλθον εις Αριμαθαίαν, ένθα ευρόντες ούς ο Ιωσήφ έλεγε καί ποιήσαντες προσευχήν ησπάσθησαν αλήθειαν πώς αλλήλους ελθόντες δέ μετ' αυτών εις Ιεροσόλυμα εν τή συναγωγή καί κλείσαντες τάς θύρας είπον πρός αυτούς οι Αρχιερείς: θέλομεν ίνα ομώσητε εις τόν Θεόν τού Ισραήλ καί Αδωναί, καί είπητε τήν αλήθειαν πώς ανεστήθητε καί τίς ημάς ανέστησεν εκ τών νεκρών. Ταύτα ακούσαντες οι αναστάντες, εποίησαν εις τό πρόσωπον αυτών τόν τίμιον Σταυρόν, καί είπον πρός τούς Αρχιερείς, δότε ημίν χαρτίου καί μελάνων καί κάλαμον. Έφερον ούν ταύτα είτα καθίσας ο είς εξ αυτών έγραψε ταύτα:


''Κύριε Ιησού Χριστέ, η ανάστασις τών νεκρών καί η ζωή τού κόσμου, δός ημίν χάριν ίνα διηγηθησώμεθα τήν Ανάστασίν σου, καί τά θαυμάσιά σου, ά εν τώ Άδη εποίησας. Ημείς είμεθα εν τώ Άδη, εν ώρα δέ μεσονυκτίου, εις τό ανεκδιήγητον εκείνο ανέτειλεν ώσπερ φώς Ηλίου καί φωτισθέντες άπαντες είδομεν αλλήλους. Είτα ευθύς ο πατήρ ημών Αβραάμ μετά τών Πατριαρχών καί Προφητών ενωθείς, καί χαράς πολλής πλησθέντες, είπον πρός αλλήλους: τούτο τό φώς εκ μεγάλου φωτισμού εστίν. Ο δέ προφήτης Ησαϊας εκεί παρών είπε: τούτο τό φώς εκ τού πατρός εστι, καί τού Υιού, καί τού Αγίου Πνεύματος, περί ού εγώ προεφήτευσα έτι ζών: Γή Ζαβουλών καί γή Νεφθαλείμ: ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει είδε φώς μέγα. Είτα ήλθεν εις τό μέσον εις ασκητής, ως από τής ερήμου Ιωάννης λεγόμενος, ός εποίησε τάς οδούς τού Υιού τού Θεού ευθείας κηρύξας μετάνοιαν εν τώ λαώ καί άφεσιν αμαρτιών πρός τόν οποίον είπον οι Πατριάρχαι: τίς εί; Ο δέ λέγει Εγώ ειμι ο αποσταλείς παρά Θεού ίνα κηρύξω καί τοίς εν άδη, ώσπερ καί τοίς εν κόσμω τόν ερχομόν τού Υιού καί Θεού ενθάδε. Οι δέ Πατριάρχαι καί οι Προφήται ακούσαντες έχαιρον μεγάλως.


Εν αυτή δέ τή τών απάντων χαρά ήλθεν ο Σατανάς, ο κληρονόμος τού σκότους καί λέγει τώ Άδη: παμφάγε καί ακόρεστε άκουσόν μου τούς λόγους εκ τού γένους τών Ιουδαίων είς άνθρωπος ών, τόν οποίον εκ τής εμής συνεργείας εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι, καί νύν Αυτού τελευτήσαντες σύ έση έτοιμος όπως ώδε κατακλείσωμεν Αυτόν. Εγώ γάρ οίδα ότι άνθρωπός εστιν, ως ήκουσα αυτού λέγοντος: περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου. Ούτος πολλά κακά μοί εποίησεν εν τώ άνω κόσμω τοίς ανθρώποις συναναστρεφόμενος όπου γάρ εύρισκε τούς εμούς δούλους εδίωξεν αυτούς όσους δέ ανθρώπους εποίουν χωλούς λεπρούς τυφλούς καί εί τι άλλο εις αυτούς εποίουν εγώ, Αυτός διά λόγου μόνον ιάτο αυτούς ου μόνον δέ αλλά καί πολλούς αποθανόντας εξύπνησεν εξ ύπνου απεκρίθη ο Άδης: καί τόσον δυνατός εστιν ού ούτος ώστε μόνον διά λόγου ποιεί ταύτα; Ει γάρ ούτος υπάρχει, ως λέγεις, ου δύνασαι αντιστήναι αυτώ εμοί δέ δοκεί ότι ουδείς δύναται αυτώ αντιστήναι ει δέ λέγης ότι ήκουσας αυτού φοβουμένου τόν θάνατον, παίζων σε καί καταγελών έφη τούτο, ίνα αρπάση σε εν χειρί κραταιά εις τόν άπαντα αιώνα. Λέγει ο Σατανάς: παμφάγε καί ακόρεστε Άδη τοσούτον εφοβήθης ακούσας περί τού κοινού ημών εχθρού; Εγώ ουκ εφοβήθην αυτόν, αλλά μάλλον παρεκίνησα τούς Ιουδαίους καί εσταύρωσαν Αυτόν ετοιμάσθητι ούν, όπως ελθόντα ώδε κρατήσης Αυτόν ισχυρώς.


Ο δέ απεκρίθη κληρονόμε τού σκότους, υιέ τής απωλείας, διάβολε, νύν μοί είπας ότι πολλούς εν τώ κόσμω ασθενείς ιάσατο καί ανέστησε, πώς ο τοιούτος καί εν ποία δυνάμει κρατηθήσεται; καγώ δέ πρό ολίγου έχων ώδε νεκρόν τινα ονόματι Λάζαρον τόν οποίον είς εκ τών ζώντων διά λόγου μόνον εκ τών εγκάτων μου τούτον απέσπασε καί ως μοί φαίνεταί εστιν αυτός ο ίδιος όν σύ μοί λέγεις. Εί ούν εκείνον ενθάδε δεξώμεθα, φοβούμαι μήπως καί περί τών λοιπών κινδυνεύσωμεν πάντα γάρ ούς απ' αιώνος κατέπιον αρπάσαι μέλλει ως καί τόν Λάζαρον διό καί ορκίζω σε μή φέρης αυτόν ενθάδε οίμαι γάρ ότι τού αναστήσαι πάντας τούς νεκρούς παραγίνεται ώδε καί πάλιν ορκίζω σε εις τό σκότος ό έχομεν, μή φέρης Αυτόν ώδε, ει δέ καί φέρης, ουδείς τών νεκρών επαναλειφθήσεταί μοι.


Ταύτα τού Σατανά καί τού Άδου λεγόντων εγένετο φωνή μεγάλη ώσπερ βροντή εκ τών Αρχαγγέλων, καί Αγγέλων, καί Αρχών καί Δυνάμεως λέγουσα άρατε πύλας οι άρχοντες υμών, καί επάρθητε πύλαι αιώνιοι, καί εισελεύσεται ο Βασιλεύς τής δόξης ακούσας δ' ο προφήτης Δαυϊδ λέγει τώ Σατανά εξελθε ει δυνατός ής καί αντιστάθητι αυτού. Εξελθών ούν έξω ο Σατανάς λέγει τοίς δαίμοσιν αυτού ο Άδης: ασφαλίσατε καλώς καί ισχυρώς τάς χαλκάς πύλας, καί μοχλούς σιδηρούς καί κλείθρα κατέχοντες σκοπείτε καλώς ιστάμενοι όρθιοι ότι εάν εισέλθη αυτός ώδε, ουαί ημίν! Οι δέ προπάτορες ταύτα ακουσαντές ήρξαντο υβρίζειν αυτόν λέγοντες παμφάγε καί ακόραστε άδη άνοιξον όπως εισέλθη ο Βασιλεύς τής δόξης. Τότε ο Δαυϊδ λέγει: τήν τοιαύτην φωνήν προφητεύσαντες εμού, σύ ουκ οίδας τυφλέ;


Ο δέ Ησαϊας έφη: εγώ τούτον προϊδών υφ' Αγίου Πνεύματος έγραψα. Αναστήσονται οι νεκροί, καί εγερθήσονται οι εν τοίς μνημείοις κλπ. Ήλθεν ούν πάλιν λέγουσα άρατε πύλας οι άρχοντες υμών κλπ. Ακούσας δέ ο άδης τήν φωνήν εκ τού δευτέρου απεκρίθη ώσπερ μή γινώσκων καί λέγει Τίς εστιν ούτος ο Βασιλεύς τής δόξης; αντέφησαν οι Άγιοι Άγγελοι Κύριος κραταιός καί δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω καί ευθέως άμα τώ λόγω αι χαλκαί πύλαι συνετρίβησαν, οι σιδηροί μοχλοί συνεθλάσθησαν καί οι δεδεμένοι πάντες νεκροί ελύθησαν τών δεσμών καί ημείς μετ' αυτών καί εισήλθεν ο Βασιλεύς τής δόξης ευθύς δέ καί εβόησεν ο Άδης ουαί ημίν! Τίς εί ο έχων τόσην εξουσίαν; καί ποίος εί σύ, ο χωρίς αμαρτίας ελθών ώδε; ο μικρός ορώμενος, καί μεγάλα δυνάμενος; ο ταπεινός καί υψηλός; ο δούλος καί δεσπότης; ο στρατιώτης καί βασιλεύς; ο άνθρωπος φαινόμενος, καί Θεός μέγας δεικνύμενος; ο τών νεκρών καί ζώντων εξουσιάζων; ο εν τώ Σταυρώ προσηλωθείς, καί καταργήσας πάσαν τήν δύναμιν ημών; Άρα σύ εί ο Ιησούς περί ού προέλεγεν ημίν ο αρχισατράπης σατανάς, ότι διά τού σταυρού καί τού θανάτου μέλλει όλον τόν κόσμον κληρονομήσαι;


Εισελθών ούν ο Βασιλεύς τής δόξης καί κρατήσας εκ τής κορυφής τόν σατανάν, καί παραδούς αυτόν τοίς Αγγέλοις είπε δήσατε αυτού τάς χείρας καί τάς πόδας τόν τράχηλον καί τό στόμα καί τούτων γενομένων παρέδωκε αυτόν τώ Άδη, λέγων λάβε τούτον καί κάτεχε ασφαλώς άχρι τής δευτέρας μου επί γής παρουσίας ο δέ παραλαβών τόν σατανάν λέγει αυτώ Βεελζεβούλ κληρονόμε τού πυρός καί τής κολάσεως, εχθρέ τών Αγίων, διά ποίαν αιτίαν συνήργησας σταυρωθήναι τόν Βασιλέα τής δόξης; ίνα έλθη ώδε καί γυμνώση ημάς; επιστράφου καί ίδε ότι ουδείς νεκρός εν εμοί κατελήφθη, ότι ούς εκέρδησας διά τού ξύλου τής βρώσεως, τούτους διά τού ξύλου τού Σταυρού νύν απώλεσας καί πάσα σου η χαρά μετεστράφη εις λύπην καί τόν Βασιλέα τής δόξης θέλων θανατώσαι, εαυτόν εθανάτωσας. Επί γάρ κατέλαβόν σε ώστε κατέχει ασφαλώς εν πείρα μαθήση όσα κακά πρός σέ διαπράξω διάβολε, η τού θανάτου αρχή, η ρίζα τής αμαρτίας, η αιτία πάντων τών κακών ότι ουδέν κακόν ευρών εν τώ Ιησού, ενήργησας τού θανατώσαι Αυτόν.


Ταύτα τού Άδου λέγοντος πρός τόν Σατανάν, απλώσας τήν χειρά του, ο Ιησούς ήγειρε τόν Αδάμ, είτα στραφείς καί πρός τούς λοιπούς, είπεν αυτοίς δεύτε μετ' εμού πάντες, όσοι διά τού ξύλου ού ήψατο ο προπάτωρ εθανατώθητε πάντα γάρ υμάς διά τού ξύλου τού Σταυρού εγώ νύν ανιστώ καί ούτω πάντας εξέβαλεν έξω. Ο δέ προφήτης Δαυϊδ θυμηδίας πλησθείς έλεγεν: ευχαριστώ τήν μεγαλωσύνην σου Κύριε, ότι ανήγαγές με εξ Άδου κατωτάτου ομοίως καί πάντες οι Προφήται καί οι Άγιοι έλεγον Ευχαριστούμεν Σε Σωτήρ τού κόσμου, ότι ανήγαγες εκ φθοράς τήν ζωήν ημών. Ο δέ Σωτήρ ευλογήσας τόν Αδάμ εν τώ μετώπω σταυρωειδώς ομοίως καί τούς Πατριάρχας καί Προφήτας καί Μάρτυρας, καί τούς προπάτορας, καί λαβών άπαντας εκ τού Άδου ανέθωρεν. Εξερχομένων ούν τού άδου έψαλλον οι άγιοι Πατέρες ακολουθούντες τώ Ιησού, λέγοντες Αυτώ: Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Αλληλούϊα. Ως δέ επορευόμεθα εις τόν Παράδεισον κρατών ο Ιησούς τόν προπάτορα Αδάμ εκ τής χειρός, παρέδωκεν αυτόν τώ Αρχαγγέλω Μιχαήλ, καί πάντας τούς Δικαίους. Εισερχομένων δέ αυτών εις τήν θύραν τού Παραδείσου συνήντησαν αυτοίς δύο πρεσβύτεροι άνθρωποι, πρός τούς οποίους οι Άγιοι Πατέρες είπον: οποίοι εστέ υμείς, οίτινες θάνατον ουκ οίδατε; καί εν τώ άδη ου κατήλθατε, αλλ' εν σώματι καί ψυχή οικήτε εν τώ Παραδείσω; αποκριθείς δέ ο εις εξ αυτών είπεν: Εγώ ειμί ο Ενώχ ο ευαρεστήσας τώ Θεώ, καί διά τούτο μετετέθην ώδε υπ' Αυτού. Ούτος δε εστίν ο προφήτης Ηλιού, καί μέλλομεν ζήσαι έως τής συντελείας τού αιώνος, ότε μέλλομεν αποσταλήναι παρά Θεού επί αντιχρίστου εις τόν κόσμον ίνα εξελέγξωμεν αυτόν ότε καί αποκατασταθήναι παρ' αυτού μέλλομεν καί αποθανείν, καί μετά τρείς ημέρας αναστηθήναι καί εν νεφέλαις αρπαγήναι πρός τήν τού Κυρίου απάντησιν. Ύστερον δέ ήλθεν έτερος άνθρωπος ταπεινά βαδίζων καί βαστάζων επί τού ώμου αυτού σταυρόν, πρός τόν οποίον είπον οι άγιοι Πατέρες: Τίς έφη; Εγώ καθώς υμείς λέγετε ληστής ήμην εν τώ κόσμω καί διά τούτο κρατήσαντές με οι Ιουδαίοι εσταύρωσαν ομού μέ τόν Κύριον ημών Ιησού Χριστόν. Εγώ όμως ιδών τά γενόμενα επίστευσα εις Αυτόν καί παρακαλέσας είπον Αυτώ: Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τή Βασιλεία Σου. Όστις ευθύς είπέ μοι: Αμήν αμήν λέγω σοι: σήμερον μετ' εμού έση εν τώ Παραδείσω καί ούτω βαστάζων τόν σταυρόν ήλθον εις τόν Παράδεισον καί ελθών εύρον τόν Αρχάγγελον Μιχαήλ, καί είπον αυτώ: Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ο εσταυρωμένος μέ απέστειλεν ώδε, καί ούτω μέ εισήγαγεν εν τή πύλη τής Εδέμ. Ιδούσα δέ η φλογίνη Ρομφαία τό σημείον τού Σταυρού, ήνοιξέ μοι καί εισήλθον. Είτα είπέ μοι ο Αρχάγγελος περίμεινον ολίγον ότι έρχεται ο προπάτωρ τού γένους υμών Αδάμ μετά τών Δικαίων, όπως καί εκείνοι εισέλθωσιν ένδον, καί ιδού νύν απέρχομαι εις προϋπάντησιν αυτών. Ταύτα δέ ακούσαντες οι Αγιοι εβόησαν άπαντες μεγάλη τή φωνή: Μέγας Κύριος ο Θεός ημών, καί μεγάλη η ισχύς Αυτού! Τίς Θεός μέγας ο Θεός ημών! καί άλλους ύμνους καί δοξολογίας έψαλλον μέ μεγάλην φωνήν.


Ταύτα πάντα είδαμεν καί ηκούσαμεν ημείς οι δύο αυτάδελφοι, καί απεστάλησαν παρά τού Αρχαγγέλου Μιχαήλ, καί διετάχθημεν κηρύξαι τήν τού Κυρίου Ανάστασιν απήλθομεν δέ πρώτον καί εβαπτίσθημεν κατά τήν εκείνου διαταγήν εις τόν Ιορδάνην ποταμόν μετά τών άλλων αναστάντων νεκρών είτα καί εις Ιεροσόλυμα ήλθομεν τελέσαντες τό Πάσχα τής Αναστάσεως νύν δέ μή δυνάμενοι ενταύθα διάγειν, απερχόμεθα καί η αγάπη τού Πατρός, καί η χάρις τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού καί τού Π. Πνεύματος είη μετά πάντων ημών Αμήν''.


Ταύτα μέν εκείνοι γράψαντες, καί ασφαλίσαντες τά βιβλία, έδωκαν τά ημίση τοίς Αρχιερεύσι, καί τά έτερα ημίση τώ Ιωσήφ καί Νικοδήμω καί πάραυτα εγένοντο άφαντοι απ' αυτών.


Ο δέ Πιλάτος αφού ταύτα πάντα εγένοντο ήγουν τά τού πάθους καί ταφής τής Αναστάσεως τού Κυρίου, έγραψεν επιστολήν πρός τόν Τιβέριον Καίσαρα εις Ρώμην, λέγουσαν ούτως:


''Πόντιος Πιλάτος ο τήν Ανατολικήν διέπων επαρχίαν σύν τώ κραταιώ καί σοβαροτάτω καί μεγίστω άνακτι Τιβέριω Καίσαρι, ιδίω μοι δεσπότη καί βασιλεί, χαίρειν: Διά τού μελαμβαφούς καλάμου βούλομαι απαγγείλαί σοι τό τολμηρόν άμα καί απάνθρωπον συμβεβηκός, τό τελεσθέν εν τώδε τώ τόπω καί τά περί τής υποθέσεως τούτου άπαντα καταλεπτώς μηνύσει τώ σώ κράτει, τά οποία ως φοβερά καί εξαίσια, ουκ ήκουσται εξ αιώνος, ούτε διεπράχθησαν εις κανέν μέρος τού κόσμου, άτινα ιδίους οφθαλμοίς εωράκαμεν, ών ο φόβος καί ο τρόμος επί τή ψυχή καί τώ σώματι περιέχει με, κράτιστε βασιλεύ!


Κατά τόν ενεστώτα καιρόν καθ' ήν ημέραν έδει γενέσθαι η τών Ιουδαίων εορτή η λεγομένη τών Αζύμων εν ταύτη τή πόλει τών Ιεροσολύμων άπαν τό πλήθος τών Ιουδαίων παρέδωκάν μοι άνθρωπόν τινα Ιησούν λεγόμενον, πολλά εγκλήματα κατ' Αυτού, επιφέροντες, ουκ αληθώς ταύτα λέγοντες αλλά πάντα ψευδώς ως φθονεροί καί αχάριστοι καί τοι δέ πολλά κατ' Αυτού λέγοντες, ουκ ηδυνήθησαν όμως ευρείν τι βέβαιον έγκλημα κατ' Αυτού, μία γάρ αίρεσις ήν Αυτώ έλεγον ότι τό Σάββατον ου τηρεί αλλά καί αύτη ουκ ήν Αυτώ, ως εκείνοι φθονούντες έλεγον διότι εν εκείνη τή ημέρα δηλ. τού Σαββάτουπολλάς αγαθοεργίας, ιάσεις καί θαύματα φρικτά εποίει, τών οποίων καγώ ειμί μάρτυς τυφλούς, χωλούς, λεπρούς, παραλύτους καί δαιμονιζομένους εθεράπευε μόνω τώ λόγω, νεκρούς ανίστα ως εξ ύπνου, καί εν μιά τετραήμερόν τινα ονόματι Λάζαρον ανέστησε, λόγω μόνω καλέσας αυτόν κατ' όνομα, ός καί διεφθαρμένος ήν υπό τών σκωλήκων καί σεσηπώς, καί ωδοδώς τόν οποίον ευρών κείμενον εν τώ τάφω καί αναστήσας αυτόν εκέλευσεν υπάγειν, μήτε κάν σημείον νεκρού έχοντα, αλλ' εξήλθεν εκ τού τάφου ώς περ ο νυμφίος εκ παστού πλήρης ευωδίας αντί τής πρό ολίγου δυσωδίας καί δαιμονιζομένους δέ τινας τούς οίκησιν εν ερημίαις έχοντας, καί τάς ιδίας σάρκας τρώγοντας κατέστησεν οικήτορας πόλεων καί σώφρωνας εποίησεν καί άλλον ξηράν έχοντα τήν χείραν ιάτρευσεν αλλά καί άλλον ούτινος τό ήμισυ τού σώματος απελιθώθη, μόνω λόγω ιάσατο καί γυναίκα τινα έτη δώδεκα ούσαν εν ρύσει αίματος τοσούτον ώστε εκ τούτου οι αρμονίαι τών οστών αυτής εφαίνοντο έξωθεν καί αι φλέβες εξηντλήθησαν καί τό ανθρώπινον ομοίωμα φέρουσα, άφωνος καθ' εκάστην έκειτο ότι καί οι ιατροί ουκ ίσχυσαν θεραπεύσαι αυτήν, διερχομένου τούτου ποτέ τόν τόπον εκείνον, μυστικώς αύτη εκ τού όπισθεν αψαμένου τού κρασπέδου Αυτού, αυτή τή ώρα εκπληρώθησαν δυνάμεως τά κενώματα αυτής, ως μηδέποτε παρούση τι, καί ήρξατο δρομαία τρέχειν εις τής εορτής πόλιν Καπερναούμ, απέχουσα ημέρας έξ. Ταύτα καί έτερα αναρίθμητα εισί τά έργα τά οποία ο Ιησούς εν τοίς Σάββασιν εποίει πρός τούτοις καί σημεία φοβερά καί εξαίσια εποίησεν, ο οποίος ως εγώ κατενόησα μείζων εστίν καί από τούς θεούς τούς οποίους ημείς σεβόμεθα.


Τούτον ούν τόν Ιησούν ο Ηρώδης, Αρχέλαος, Φίλιππος, Άννας καί Καϊάφας, σύν παντί τώ λαώ παρέδωκάν μοι ίνα σταυρώσω πολλήν δέ στάσιν ποιήσαντες κατ' εμού, εκέλευσα Αυτόν σταυρωθήναι υπείκων τώ θελήματι αυτών, ότι εγώ ουδεμίαν αιτίαν θανάτου εύρον εν Αυτώ, ουδέ πράξιν ή έγκλημά τι κακόν φραγγελώσας σύν Αυτό πρώτον, είτα καί εσταύρωσα αφού δέ εσταυρώση εγένετο σκότος εφ' όλην τήν οικουμένην, καί ο ήλιος μέσον τής ημέρας εσκοτίσθη, καί τά άστρα επεφάνησαν. Η δέ σελήνη ώσπερ αίμα εφαίνετο, κόσμος δέ τών καταχθονίων κατεπόθη.


Ωσαύτως όπερ είχον αγίασμα τού Ναού, λεγόμενον αυτοίς τοίς Ιουδαίους μή οφθήναι τή αυτού πτώσει χάσμα δέ τής γής επανειλημμένως βροντώδη ήχον ανέπεμψεν, ώφθησαν δέ καί νεκροί αναστάντες, ως αυτοί οι Ιουδαίοι μαρτυρήσαντες είπον, ότι εωράκασιν Αβραάμ, Ισαάκ, καί Ιακώβ τούς δώδεκα Πατριάρχας, καί Μωϋσήν καί Ιωάννην τούς προτελευτήσαντας ως φησιν εκείνοι, πρό τρισχιλίων πεντακοσίων ετών καί άλλους πλείστους ούς καί είδον εν σώματι φανέντας θρήνους δέ ποιήσαντας διά τήν παράνομον πράξιν τήν παρ' αυτών γενομένην, καί τής απωλείας αυτών τών Ιουδαίων, καί τού νόμου αυτών ήν δέ τό σκότος από ώρας έκτης τής Παρασκευής, έως ώρας ενάτης οψίας δέ γενομένης τής μιάς τών Σαββάτων, ήχος εγένετο εκ τού ουρανού, ώστε τόν ουρανόν γενέσθαι φωταγωγόν επταπλασίονα υπέρ πάσας τάς ημέρας ώφθη δέ ώρα τρίτη τής νυκτός ήλιος φωταγωγός ως ουδέποτε φανήναι τόν τοιούτον ήλιον έλαμπε γάρ φαιδρότερον τής αστραπής καί ούτως εφάνησαν άνδρες εφ' υψηλοίς, ένδοξοι, πλήθος αναρίθμητον, κράζοντες αι δέ φωναί αυτών ηκούοντο ώσπερ τής παμεγέθους βροντής, καί έλεγον: Ο σταυρωθείς ανέστη Χριστός, Θεός ών, ανέρχεσθε εξ άδου οι δεδουλωμένοι εν τοίς καταχθονίοις: καί ήν τό χάσμα τής γής, ως μή όντων εδρασμάτων, αλλ' ούτως ήν, ως αυτά τά ύδατα τά υπεράνω τής θαλάσσης τής αβύσου φανήναι μετά τών βοώντων εν τοίς ουρανοίς καί περιπατούντες εν σώματι εν μέσω τού πλήθους τών αναστάντων νεκρών ο δέ αναστήσας τούς νεκρούς καί κυριεύσας τόν άδην έλεγεν: είπατε τοίς Μαθηταίς μου ότι προάγω αυτούς εις τήν Γαλιλαίαν κακεί μέ όψοντα. Καθ' όλην τήν νύκτα εκείνην ουκ επαύσατο τό φώς φαίνον. Ιουδαίοι δέ πολλοί έθανον εν τώ χάσματι καταποντισθέντες, ώστε ουχ' ευρέθησαν τό πρωί, ειμή μόνον, μία συναγωγή ήτις έμεινεν εντός πόλεως Ιερουσαλήμ, αι δέ λοιπαί ηφανίσθησαν άπασαι εν τή πτώσει εκείνη. Καγώ δέ γράψας ταύτα, καθιστορήσας τά κατά τού Ιησού προαχθέντα υπό τών Ιουδαίων, αποστέλλω τή Σή κραταιότητι Δέσποτα''


Ταύτην τήν επιστολήν έστειλεν ο Πιλάτος εις Ρώμην καί ανεγνώσθη έμπροσθεν τών πολλών εν τή πόλει καί τού βασιλέως, πάντες δέ εγένοντο έκθαμβοι ότι διά τήν τού Πιλάτου παρανομίαν τό σκότος καί ο σεισμός εγένετο εφ' όλης τήν οικουμένην καί θυμού πλησθείς ο Καίσαρ πέμψας στρατιώτας εκέλευσε δέσμιον πρός αυτόν αγαγείν τόν Πιλάτον.


Απάντησις Τιβερίου Καίσαρος πρός Πόντιον Πιλάτον τόν ηγεμόνα, ήτις επέμφθη μετά τού πρωτοκούρσορος αυτού Ραχαάβ, ώτινι παρέδωσε καί δισχιλίους στρατιώτας ώστε αγαγείν δέσμιον τόν Πιλάτον εις Ρώμην, καί πάντας τούς πρώτους τών Ιουδαίων, τόν τε Άνναν καί Καϊάφαν τούς δύο Αρχιερείς, τούς δέ λοιπούς τών Ιουδαίων, ξίφει αναιρεθήναι ως η τού Καίσαρος απόφασις η έχουσα ούτως διελάμβανε.



ΤΙΒΕΡΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ


Δεσπότης ανίκητος φοβερός


Ποντίω Πιλάτω Ηγεμόνι τής Ιουδαίας





''Επειδή άδικον εψήφισας θάνατον κατά τού Ιησού, συμφωνήσας μετά τών φθονερών καί κακίστων Ιουδαίων, λαβών παρ' αυτών δώρα υπέρ τού τοιούτου θανάτου, διά ταύτα καγώ, ούτω κατά σού διατάσσω. Ίνα έλθης πρός με δέσιμος, τού δούναι απολογίαν περί τής ψυχής ήν αναιτίως παρέδωκας εις θάνατον. Αλλ' ώ τής σής ανοησίας καί πωρώσεως ότι τασαύτα καί τοιαύτα φοβερά σημεία καί θαύματα παρ' αυτού γενόμενα θεωρήσαντες, ετολμήσατε τοιούτον άνθρωπον αθώον παραδούναι εις θάνατον! Τίς δέ σοι πεπωρωμένε καί βέβηλε καί πάσης φιλανθρωπίας ανάξιε δέδωκα τοιαύτην τόλμην, καί εξουσίαν εις τοιούτο μέγα καί μισόθεον κίνημα, ίνα συμφωνήσης μετά τού πονηρού συνεδρίου, καί διεφθαρμένου λαού καί δώσης αυτοίς εξουσίαν τού τοιούτου θανάτου; Διά γάρ ταύτα κρίσιν επενεγκείν με δεί ταχέως διότι ούτε κάν έγραψας πρώτον εις εμέ περί τής υποθέσεως ταύτης, διά νά λάβης καί τό εμόν θέλημα, αλλ' ότε ετέλεσας όσα καί ηθέλησας, τότε μοί έγραψας τά κακώς τελεσθέντα αλλ' ιδού γράφεις μοι καί τήν ανοησίαν σου αυτοθελήτως, λέγων μοι ότι καί από τούς θεούς ούς ημείς λατρεύομεν μείζονα τούτων έργα καί θαύματα παρ' Αυτού τελούμενα είδες ώ τού φθόνου καί τής κακίας σας! Ει καί ως Θεόν τούτον ουκ εδέξασθε, κάν ως ιατρόν ουκ είχετε Αυτόν! Εγώ γάρ εξ ακοής μόνον Τούτον μαθών, καί τοιαύτα φοβερά καί εξαίσια σημεία καί θαύματα παρ' Αυτού γενόμενα ακούσας, κέκρικα τώ νοϊ μου μή είναι Αυτόν άνθρωπον μόνον, αλλά καί Θεόν.


Τόν γάρ αναστήσαι νεκρούς καί οφθαλμούς τυφλών ανοίξαι, καί δαίμονας εξ ανθρώπων διώξαι, καί παραλύτους ανορθώσαι, ταύτα Θεός μόνον δύναται ποιήσαι καί ουχί άνθρωπος. Τίς γάρ άνθρωπος, ήκουσταί ποτε, νεκρόν τετραήμερον εγείραι, καί οφθαλμούς τυφλού γεγενημένου ανοίξαι! Ταύτα γάρ ου μόνον εκ τής ιδίας επιστολής σου έμαθον, αλλά πολλώ μάλλον καί εκ τής μιάς γυναικός, ήτις πρό τινων ημερών ενταύθα ελθούσα, είπε μοι ταύτα πάντα μετ' ακριβείας, εκατήγετο δέ αύτη εκ τών ορίων Μαγδαλά, Μαρία καλουμένη, μαθήτρια καί αύτη λέγουσα είναι τού Ιησού, η οποία μεμαρτύρηκε διηγησαμένη ενώπιον τού πλήθους τά υπ' Αυτού γεγονότα, καί τά περί σού, καί άλλα πολλά, καί ότι εξέβαλε καί εξ αυτής επτά δαιμόνια λόγω μόνω διά ταύτα λοιπόν ου δύναμαι παραβλέψαι ταύτην τήν αδικίαν''


Ελθόντος δέ τού πρωτοκούρσορος Ραχαάβ από Ρώμης εις Ιεροσόλυμα μετά δύο χιλιάδων στρατιωτών, καί δήσαντος τόν Πιλάτον αλύσσεσι σιδεραίς, ωσαύτως Άνναν καί Καϊαφαν τούς Αρχιερείς σύν τούτοις καί τόν Αρχέλαον καί Φίλιππον καί Αλέξανδρον, καί όλους τούς πρώτους τών Ιουδαίων, τούς μέν άνδρας ξίφει απέκτειναν, τάς δέ βεβήλους καί ασέμνους γυναίκας αυτών τά έθνη επόρνευσαν παραλαβόντες δέ τόν Πιλάτον καί τούς σύν αυτώ σιδηροδεσμίους επορεύοντο εις Ρώμην, φθάσαντες δέ εις τήν νήσον Κρήτην απέθανεν ο Καϊάφας οι δέ, εξελθόντες έθαψαν αυτόν έν τινι τόπω αλλά τό παμμίαρον αυτού σώμα εξεπήδησεν έξω τού τάφου μή δεχομένης τούτο τής γής. Ιδόντες δέ οι εγχώριοι τούτο, άραντες λίθους κατέχωσαν αυτό, τούς δέ λοιπούς φθάσαντας εις Ρώμην τελείως ο Καίσαρ ουκ ηθέλησεν εξετάσαι αυτούς, αλλά εντός νεαρού δέρματος βοός καί έρριψαν εις τόν Ήλιον εν καιρώ θέρους, ξηρανθέν δέ τό δέρμα από τήν υπερβολικήν καύσιν τού ηλίου, καί σφίγξαν αυτόν βιαίως, εξήλθον τά εντόσθια αυτού, καί ούτω πικρώς ετελεύτηκεν ομοίως καί τόν Αρχέλαον καί όλους τούς πρώτους τών Ιουδαίων κεφαλική τιμωρία εθανάτωσε τόν δέ Πιλάτον εκέλευσε βαλείν αυτόν έν τινι πύργω, έξω τής πόλεως περιβεβλημένον σιδηραίς αλύσσεσι, τόν οποίον ηβούλετο αποκτείναι αυτός ο Καίσαρ ιδίαις χερσίν. Εν μιά ούν τών ημερών εξελθών ο Καίσαρ εις τήν εξοχήν επί τώ θηρεύσαί τι έθος δέ ήν τοίς αρχαίοις βασιλεύσιν εάν τις κατάδικος ών, καί δυνάμενος ιδείν τό πρόσωπον τού βασιλέως λαλήση αυτώ, ερρύετο τού θανάτου. Ταύτα ειδώς ο Πιλάτος, καί μαθών ότι ο βασιλεύς μέλλει διελθείν πλησίον τού πύργου, έθηκε τήν κεφαλήν αυτού έν τινι οπή τού πύργου , ούση εν τώ υπογείω, ίνα ιδή τόν Καίσαρα διαβαίνοντα δραμούσα δέ μία δορκάς επορεύθη υποκάτω τού πύργου εν τής οπής εις ήν ο Πιλάτος ίστατο ιδών δέ ο βασιλεύς τήν δορκάδα φεύγουσαν μέ ταχύτητα καί φοβούμενος μή χάση τό θήραμα, τείνας ταχέως τό τόξον έρριψε κατ' αυτής τό δέ τόξον εισελθών διά τής οπής εν ή ο Πιλάτος ευρίσκετο, διεπέρασε διά τού οφθαλμού του καί απέκτεινεν αυτόν.


Ταύτα δέ πάντα επράχθησαν παρά τού Τιβερίου Καίσαρος εν Ρώμη ολίγα έτη μετά τήν Ανάστασην τού Κυρίου καί ούτως οι σταυρωταί τού Χριστού έλαβον πάντες εν τή παρούση ζωή τόν αρραβώνα τής αιωνίου κολάσεως. Εις δόξαν τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ών η δόξα εις τούς αιώνας τών αιώνων, Αμήν.






















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.