Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Στίχ. 14-36. Η πρώτη ομιλία τού Πέτρου πρός τά πλήθη.

14 Σταθείς δέ Πέτρος τοίς ένδεκα επήρε τήν φωνήν αυτού καί απεφθέγξατο αυτοίς άνδρες Ιουδαίοι καί οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ άπαντες, τούτο υμίν γνωστόν έστω καί ενωτίσασθε τά ρηματά μου.
15 ου γάρ, ως υμείς υπολαμβάνετε, ούτοι μεθύουσιν έστι γάρ ώρα τρίτη τής ημέρας 
16 αλλά τούτό εστι τό ειρημένον διά τού προφήτου Ιωήλ
17 καί έσται εν ταίς εσχάταις ημέραις, λέγει ο Θεός, εκχεώ από τού πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, καί προφητεύσουσιν οι υιοί υμών καί αι θυγατέρες υμών καί οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται, καί οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται 
18 καί γε επί τούς δούλους μου καί επί τάς δούλας μου εν ταίς ημέραις εκείναις εκχεώ από τού πνεύματός μου, καί προφητεύσουσι. 
19 καί δώσω τέρατα εν τώ ουρανώ άνω καί σημεία επί τής γής κάτω, αίμα καί πύρ καί ατμίδα καπνού 
20 ο ήλιος μεταστραφήσεται εις σκότος καί η σελήνη εις αίμα πρίν ή ελθείν τήν ημέραν Κυρίου τήν μεγάλην καί επιφανή. 
21 καί έσται πάς ός άν επικαλέσηται τό όνομα Κυρίου σωθήσεται. 
22 Άνδρες Ισραηλίται, ακούσατε τούς λόγους τούτους. Ιησούν τόν Ναζωραίον, άνδρα από τού Θεού αποδεδειγμένον εις υμάς δυνάμεσι καί τέρασι καί σημείοις οίς εποίησε δι' αυτού ο Θεός εν μέσω υμών, καθώς καί αυτοί οίδατε, 
23 τούτον τή ωρισμένη βουλή καί προγνώσει τού Θεού έκδοτον λαβόντες, διά χειρών ανόμων προσπήξαντες ανείλετε 
24 όν ο Θεός ανέστησε λύσας τάς ωδίνας τού θανάτου, καθότι ουκ ήν δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ' αυτού. 
25 Δαυϊδ γάρ λέγει εις αυτόν προωρώμην τόν Κύριον ενώπιόν μου διά παντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν ίνα μή σαλευθώ. 
26 διά τούτο ευφράνθη η καρδία μου καί ηγαλλιάσατο η γλώσσά μου, έτι δέ καί η σάρξ μου κατασκηνώσει επ' ελπίδι, 
27 ότι ουκ εγκαταλείψεις τήν ψυχήν μου εις άδου ουδέ δώσεις τόν όσιόν σου ιδείν διαφθοράν. 
28 εγνώρισάς μοι οδούς ζωής, πληρώσεις με ευφροσύνης μετά τού προσώπου σου. 
29 Άνδρες αδελφοί, εξόν ειπείν μετά παρρησίας πρός υμάς περί τού πατριάρχου Δαυϊδ ότι καί ετελεύτησε καί ετάφη καί τό μνήμα αυτού εστιν εν ημίν άχρι τής ημέρας ταύτης. 
30 προφήτης ούν υπάρχων, καί ειδώς ότι όρκω ώμοσεν αυτώ ο Θεός εκ καρπού τής οσφύος αυτού τό κατά σάρκα αναστήσειν τόν Χριστόν καθίσαι επί τού θρόνου αυτού, 
31 προϊδών ελάλησε περί τής αναστάσεως τού Χριστού ότι ου κατελείφθη η ψυχή αυτού εις άδου ουδέ η σάρξ αυτού είδε διαφθοράν. 
32 τούτον τόν Ιησούν ανέστησεν ο Θεός, ού πάντες ημείς εσμεν μάρτυρες. 
33 τή δεξιά ούν τού Θεού υψωθείς, τήν τε επαγγελίαν τού Αγίου Πνεύματος λαβών παρά τού πατρός, εξέχεε τούτο ό νύν υμείς βλέπετε καί ακούετε. 
34 ου γάρ Δαυϊδ ανέβη εις τούς ουρανούς, λέγει δέ αυτός είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου 
35 έως άν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον  τών ποδών σου. 
36 ασφαλώς ούν γινωσκέτω πάς οίκος Ισραήλ ότι καί Κύριον καί Χριστόν αυτόν ο Θεός εποίησε, τούτον τόν Ιησούν όν υμείς εσταυρώσατε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.