Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Α' Οικουμενικής Συνόδου


Κανών Α'



Περί τών ευνουχισθέντων, ει κληρούνται.

Εί τις νόσω υπό ιατρών εχειρουργήθη, ή υπό βαρβάρων εξετνήθη, ούτος μενέτω εν τώ κλήρω. Ει δέ τις υγιαίνων εαυτόν εξέτεμε, τούτον καί εν τώ κλήρω εξεταζόμενον, πεπαύσθαι προσήκει καί εκ τού δεύρο, μηδένα τών τοιούτων χρήναι προάγεσθαι. Ώσπερ δέ τούτο πρόδηλον, ότι περί τών επιτηδευόντων τό πράγμα, καί τολμώντων εαυτούς εκτέμνειν είρηται ούτως, εί τινες υπό βαρβάρων, ή δεσποτών ευνουχίσθησαν, ευρίσκοιντο δέ άλλως άξιοι τούς τοιούτους εις κλήρον προσίεται ο κανών. Αποστ. κα', κβ', κγ', κδ', τής ΑΒ' η'.

Κανών Β'

Μή κληρούσθαι άμα τώ βαπτίσματι

Επειδή πολλά, ήτοι υπό ανάγκης, ή άλλως επειγομένων τών ανθρώπων, εγένετο παρά τόν κανόνα τόν εκκλησιαστικόν, ώστε ανθρώπους από εθνικού βίου άρτι προσελθόντας τή πίστει, καί εν ολίγω χρόνω κατηχηθέντας, ευθύς επί τό πνευματικόν λουτρόν άγειν, καί άμα τώ βαπτισθήναι προάγειν εις επισκοπήν, ή εις πρεσβυτέριον, καλώς έδοξεν έχειν, τού λοιπού μηδέν τοιούτο γίνεσθαι καί γάρ καί χρόνου δεί τώ κατηχουμένω, καί μετά τό βάπτισμα, δοκιμασίας πλείονος. Σαφές γάρ τό αποστολικόν γράμμα, τό λέγον Μή νεόφυτον, ίνα μή τυφωθείς εις κρίμα εμπέση, καί παγίδα τού διαβόλου. Ει δέ, προϊόντος τού χρόνου, ψυχικόν τι αμάρτημα ευρεθείη περί τό πρόσωπον, καί ελέγχοιτο υπό δύο, ή τριών, μαρτύρων, πεπαύσθω ο τοιούτος τού κλήρου. Ο δέ παρά ταύτα ποιών, ως υπεναντία τή μεγάλη συνόδω θρασυνόμενος, αυτός κινδυνεύσει περί τόν κλήρον.
Αποστ. π', τής ΑΒ' ιζ', Σαρδικ. ι', Λαοδ. γ', Κυρίλλ. δ'.

Κανών Γ'

Μή έχειν τούς κληρικούς συνεισάκτους.

Απηγόρευσε καθόλου η μεγάλη σύνοδος, μήτε επισκόπω, μήτε πρεσβυτέρω, μήτε διακόνω, μήτε όλως τινί τών εν κλήρω εξείναι συνείσακτον έχειν, πλήν ει μή άρα μητέρα, ή αδελφήν, ή θείαν, ή ά μόνα πρόσωπα πάσαν υποψίαν διαπέφευγεν.
ΣΤ' ε', Ζ' ιη', κβ', Αγκύρ. ιθ', Καρθαγ. με', Βασιλ. πη'.


Κανών Δ'

Υπό πόσων καθίστασθαι τόν επίσκοπον.

Επίσκοπον προσήκει μάλιστα μέν υπό πάντων τών εν τή επαρχία καθίστασθαι ει δέ δυσχερές είη τό τοιούτο, ή διά κατεπείγουσαν ανάγκην, ή διά μήκος οδού, εξ άπαντος τρείς επί τό αυτό συναγομένους συμψήφων γινομένων καί τών απόντων, καί συντιθεμένων διά γραμμάτων, τότε τήν χειροτονίαν ποιείσθαι τό δέ κύρος τών γινομένων δίδοσθαι καθ' εκάστην επαρχίαν τώ μητροπολίτη.
Αποστ.α', Ζ' γ', Αντιοχ. ιθ', Σαρδικ. ς' Λαοδικ ιβ', Καρθαγ. ιγ', νη', νθ'.

Κανών Ε'

Περί τών ακοινωνήτων καί τού χρόνου
τών επαρχιακών συνόδων.

Περί τών ακοινωνήτων γεγονότων, είτε τών εν κλήρω, είτε τών εν λαϊκώ τάγματι, υπό τών καθ' εκάστην επαρχίαν επισκόπων, κρατείτω η γνώμη, κατά τόν κανόνα τόν διαγορεύοντα, τούς υφ' ετέρων αποβληθέντας υφ' ετέρων μή προσίεσθαι. Εξεταζέσθω δέ, μή μικροψυχία, ή φιλονεικία, ή τινι τοιαύτη αηδία τού επισκόπου, αποσυνάγωγοι γεγένηνται. Ίνα ούν τούτο τήν πρέπουσαν εξέτασιν λαμβάνοι, καλώς έχειν έδοξεν, εκάστου ενιαυτού, καθ' εκάστην επαρχίαν δίς τού έτους συνόδους γίνεσθαι ίνα κοινή πάντων τών επισκόπων τής επαρχίας επί τό αυτό συναγομένων, τά τοιαύτα ζητήματα εξετάζηται, καί ούτως οι ομολογουμένως προσκεκρουκότες τώ επισκόπω, κατά λόγον ακοινώνητοι παρά πάσιν είναι δόξωσι, μέχρις άν τώ κοινώ τών επισκόπων δόξη τήν φιλανθρωποτέραν υπέρ αυτών εκθέσαι ψήφον. Αι δέ σύνοδοι γινέσθωσαν, μία μέν πρό τής Τεσσαρακοστής, ίνα πάσης μικροψυχίας αναιρουμένης, τό δώρον καθαρόν προσφέρηται τώ Θεώ δευτέρα δέ περί τόν τού μετοπώρου καιρόν.
Αποστ. ιβ', ιγ', λβ', Δ' ιθ, ΣΤ' η', Αντιοχ. ς', Σαρδ. ιδ', Καρθαγ. κς', λζ', ρις' ρμα'.

Κανών ΣΤ'

Περί τής τών μητροπολιτών τάξεως.

Τά αρχαία έθη κρατείτω, τά εν Αιγύπτω, καί Λιβύη καί Πενταπόλει, ώστε τόν Αλεξανδρεία επίσκοπον πάντων τούτων έχειν τήν εξουσίαν επειδή καί τώ εν Ρώμη επισκόπω τούτο σύνηθές εστιν. Ομοίως δέ καί κατά τήν Αντιόχειαν, καί εν ταίς άλλαις επαρχίαις, τά πρεσβεία σώζεσθαι ταίς Εκκλησίαις. Καθόλου δέ πρόδηλον εκείνο ότι, εί τις χωρίς γνώμης τού μητροπολίτου γένοιτο επίσκοπος, τόν τοιούτον η μεγάλη σύνοδος ώρισε μή δείν είναι επίσκοπον. Εάν μέντοι τή κοινή πάντων ψήφω, ευλόγω ούση, καί κατά κανόνα εκκλησιαστικόν, δύο, ή τρείς δι' οικείαν φιλονεικίαν αντιλέγωσι, κρατείτω η τών πλειόνων ψήφος.
Αποστ. λδ', Β' β', γ', Γ' η', Δ' κη', ΣΤ' κ', λς', Αντιοχ. ιθ', Καρθαγ. ιγ', λς'.

Κανών Ζ'

Περί τής τιμής τού Ιεροσολύμων.

Επειδή συνήθεια κεκράτηκε, καί παράδοσις αρχαία, ώστε τόν εν Αιλία επίσκοπον τιμάσθαι εχέτω τήν ακολουθίαν τής τιμής τή μητροπόλει σωζομένου τού οικείου αξιώματος.
Αποστ. λδ', Β' β', γ', Γ' η', Δ' κη', ΣΤ' λς', Αντιοχ. ιθ'. 

Κανών Η'

Περί τών επιστρεφόντων Καθαρών.

Περί τών ονομαζόντων μέν εαυτούς Καθαρούς ποτε, προσερχομένων δέ τή καθολική καί αποστολική εκκλησία, έδοξε τή αγία καί μεγάλη συνόδω, ώστε χειροθετουμένους αυτούς, μένειν ούτως εν τώ κλήρω. Πρό πάντων δέ τούτο ομολογήσαι αυτούς εγγράφως προσήκει, ότι συνθήσονται καί ακολουθήσουσι τοίς τής καθολικής καί αποστολικής εκκλησίας δόγμασι τουτέστι καί διγάμοις κοινωνείν, καί τοίς εν τώ διωγμώ παραπεπτωκόσιν, εφ' ών καί ο χρόνος τέτακται, καί καιρός ώρισται ώστε αυτούς ακολουθείν εν πάσι τοίς δόγμασι τής καθολικής εκκλησίας. Ένθα μέν ούν πάντες, είτε εν κώμαις, είτε εν πόλεσιν, αυτοί μόνοι ευρίσκοιντο χειροτονηθέντες, οι ευρισκόμενοι εν τώ κλήρω, έσονται εν τώ αυτώ σχήματι. Ει δέ τού τής καθολικής εκκλησίας επισκόπου, ή πρεσβυτέρου όντος, προσέρχονταί τινες, πρόδηλον, ως ο μέν επίσκοπος τής εκκλησίας έξει τό αξίωμα τού επισκόπου ο δέ ονομαζόμενος παρά τοίς λεγομένοις Καθαροίς επίσκοπος, τήν τού πρεσβυτέρου τιμήν έξει πλήν ει μή άρα δοκοίη τώ επισκόπω, τής τιμής τού ονόματος αυτόν μετέχειν. Ει δέ τούτο αυτώ μή αρέσκοι, επινοήσει τόπον ή χωρεπισκόπου, ή πρεσβυτέρου, υπέρ τού εν τώ κλήρω όλως δοκείν είναι ίνα μή εν τή πόλει δύο επίσκοποι ώσιν. 
Αποστ. μς', μζ', μη', Β' ζ', ΣΤ'  ^ε', Λαοδ. ς', ζ', η', Καρθαγ. ξς', Αγκύρ. ιγ', Νεοκαισαρ. ιδ', Αντιοχ. η', ι', Βασιλ. α', μζ', Θεοφιλ. ιβ'. 

Κανών Θ'

Περί τών ανεξετάστως χειροτονουμένων πρεσβυτέρων. 

Εί τινες ανεξετάστως προήχθησαν πρεσβύτεροι, ανακρινόμενοι ωμολόγησαν τά αματρήματα αυτοίς, καί, ομολογησάντων αυτών, παρά κανόνα κινούμενοι οι άνθρωποι τοίς τοιούτοις χείρα επιτεθείκασι, τούτους ο κανών ου προσίεται τό γάρ ανεπίληπτον εκδικεί η καθολική εκκλησία.
Αποστολ. κε', ξα', Στ', δ', Νεοκαισ. α', θ', ι', Θεοφιλ. γ', ε', ς', Βασιλ. γ', ο'.

Κανών Ι'

Περί χειροτονίας παραπεπτωκότων.

Όσοι προεχειρίσθησαν τών παραπεπτωκότων, κατ' άγνοιαν, ή καί προειδότων τών προχειρισαμένων, τούτο ου προκρίνει τώ κανόνι τώ εκκλησιαστικώ γνωσθέντες γάρ, καθαιρούνται.
Αποστ. ξβ', Αγκύρ. α', β', ιβ', Πέτρ. ι'.

Κανών ΙΑ'

Περί τού πώς μετανοητέον τούς εκουσίως παρεπεπτωκότας.

Περί τών παραβάντων χωρίς ανάγκης, ή χωρίς αφαιρέσεως υπαρχόντων, ή χωρίς κινδύνου, ή τινος τοιούτου, ό γέγονεν επί τής τυραννίδος Λικινίου, έδοξε τή συνόδω, ει καί ανάξιοι ήσαν φιλανθρωπίας, όμως χρηστεύσασθαι εις αυτούς. Όσοι ούν γνησίως μεταμέλονται, τρία έτη εν ακροωμένοις ποιήσουσιν, ως πιστοί, καί επτά έτη υποπεσούνται δύω δέ έτη χωρίς προσφοράς κοινωνήσουσι τώ λαώ τών προσευχών.
ΣΤ' ^δ', Αγκύρ. ς', Πέτρ. γ', Βασιλ. ογ', πα', Νύσσ. β'. 

Κανών ΙΒ'

Περί τών λειποστρατούντων, ώστε μαρτυρήσαι
υπέρ Χριστού καί είτα αναστρατευσάντων.

Οι δέ προσκληθέντες μέν υπό τής χάριτος, καί τήν πρώτην ορμήν ενδειξάμενοι, καί αποθέμενοι τάς ζώνας, μετά δέ ταύτα επί τόν οικείον έμετον αναδραμόντες, ως κύνες, ως τινάς καί αργύρια προέσθαι, καί βενεφικίοις κατορθώσαι τό αναστρατεύσασθαι ούτοι δέκα έτη υποπιπτέτωσαν, μετά τόν τής τριετούς ακροάσεως χρόνον. Εφ' άπασι δέ τούτοις, προσήκει εξετάζειν τήν προαίρεσιν καί τό είδος τής μετανοίας. Όσοι μέν γάρ φόβω, καί δάκρυσι καί υπομονή, καί αγαθοεργίαις, τήν επιστροφήν έργω, καί ου σχήματι, επιδείκνυνται, ούτοι πληρώσαντες τόν χρόνον τόν ωρισμένον τής ακροάσεως, εικότως τών ευχών κοινωνήσουσι, μετά τού εξείναι τώ επισκόπω καί φιλανθρωπότερόν τι περί αυτών βουλεύσασθαι. Όλοι δέ αδιαφόρως ήνεγκαν, καί τό σχήμα τού εισιέναι εις τήν εκκλησίαν αρκείν εαυτοίς ηγήσαντο πρός τήν επιστροφήν, εξ άπαντος πληρούτωσαν τόν χρόνον.
ΣΤ' ρβ', Αγκύρ. β', ε', ζ', λΑΟΔ. α', β', Πέτρ. θ', ια', Βασιλ. β', γ', πδ', Νύσσ. β', ε', ζ', η'.

Κανών ΙΓ'

Περί τών εν τώ θανάτω ζητούντων μεταλαβείν
πρότερον κεκωλυμένων.

Περί δέ τών εξοδευόντων, ο παλαιός καί κανονικός νόμος φυλαχθήσεται καί νύν, ώστε, εί τις εξοδεύοι, τού τελευταίου καί αναγκαιοτάτου εφοδίου μή αποστερείσθαι. Ει δέ απογνωσθείς, καί κοινωνίας τυχών, πάλιν εν τοίς ζώσιν εξετασθή, μετά τών κοινωνούντων τής ευχής μόνης έστω. Καθόλου δέ, καί περί παντός ουτινοσούν εξοδεύοντος, αιτούντος τού μετασχείν ευχαριστίας, ο επίσκοπος μετά δοκιμασίας μεταδιδότω τής προσφοράς.
Αγκ. ς'.

Κανών ΙΔ'

Περί τών παραπεσόντων κατηχουμένων.

Περί τών κατηχουμένων, καί παραπεσόντων, έδοξε τή αγία καί μεγάλη συνόδω, ώστε, τριών ετών αυτούς ακροωμένους μόνον, μετά ταύτα εύχεσθαι μετά τών κατηχουμένων.
Νεοκαισ. ε', Λαοδικ. ιθ', Βασιλ. δ', κ', Τιμοθ. ς', Κυρίλλ. ε'.

Κανών ΙΕ' 

Περί τού μή μεταβαίνειν τούς κληρικούς
από εκκλησίας εις εκκλησίαν.

Διά τόν πολύν τάραχον, καί τάς στάσεις τάς γινομένας, έδοξε παντάπασι περιαιρεθήναι τήν συνήθειαν, τήν παρά τόν αποστολικόν κανόνα ευρεθείσαν έν τισι μέρεσιν, ώστε από πόλεως εις πόλιν μή μεταβαίνειν, μήτε επίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Ει δέ τις, μετά τόν τής αγίας καί μεγάλης συνόδου όρον, τοιούτω τινί επιχειρήσειεν, ή επιδοίη εαυτόν πράγματι τοιούτω, ακυρωθήσεται εξ άπαντος τό κατασκεύασμα, καί αποκατασταθήσεται τή εκκλησία, εν ή ο επίσκοπος, ή ο πρεσβύτερος εχειροτονήθη.
Αποστ. ιε', ιε', Δ' ς', Αντιοχ. γ', κα', Σαρδικ. α', ις', Καρθ. νζ'. 

Κανών ΙΣΤ'

Περί τών επιμενόντων τή τοιαύτη μεταβάσει. 

Όσοι ριψοκινδύνως, μήτε τόν φόβον τού Θεού πρό οφθαλμών έχοντες, μήτε τόν εκκλησιαστικόν κανόνα ειδότες, αναχωρήσωσι τής ιδίας εκκλησίας, πρεσβύτεροι, ή διάκονοι, ή όλως εν τώ κανόνι εξεταζόμενοι, ούτοι ουδαμώς δεκτοί οφείλουσιν είναι εν ετέρα εκκλησία αλλά πάσα αυτοίς ανάγκης επάγεσθαι χρή, αναστρέφειν εις τάς εαυτών παροικίας ή, επιμένοντας, ακοινωνήτους είναι προσήκει. Ει δέ καί τολμήσειέ τις υφαρπάσαι τόν τώ ετέρω διαφέροντα, καί χειροτονήσαι εν τή εαυτού εκκλησία, μή συγκατατιθεμένου τού ιδίου επισκόπου, ού ανεχώρησεν ο εν τώ κανόνι εξεταζόμενος, άκυρος έστω η χειροτονία. 
Α' ιε'.

Κανών ΙΖ'

Περί τών τοκιζόντων κληρικών.

Επειδή πολλοί εν τώ κανόνι εξεταζόμενοι, τήν πλεονεξίαν, καί τήν αισχοκέρδειαν διώκοντες, επελάθοντο τού θείου γράμματος λέγοντος Τό αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω καί δανείζοντες, εκατοστάς απαιτούσιν εδικαίωσεν η αγία καί μεγάλη σύνοδος, ως εί τις ευρεθείη μετά τόν όρον τούτον τόκους λαμβάνων, εκ μεταχειρίσεως, ή άλλως μετερχόμενος τό πράγμα, ή ημιολίας απαιτών, ή όλως έτερόν τι επινοών αισχρού κέρδους ένεκα, καθαιρεθήσεται τού κλήρου, καί αλλότριος τού κανόνος έσται.
Αποστ. μδ', ΣΤ' ι', Λαοδικ. δ', Καρθ. ε', κ', Βασιλ. ιδ'.

Κανών ΙΗ'

Περί τού μή μεταδίδειν τούς διακόνους τοίς πρεσβυτέροις
τήν ευχαριστίαν, μηδέ μέσω αυτών καθήσθαι.

Ήλθεν εις τήν αγίαν καί μεγάλην σύνοδον, ότι έν τισι τόποις καί πόλεσι, τοίς πρεσβυτέροις τήν ευχαριστίαν οι διάκονοι διδόασιν όπερ ούτε ο κανών, ούτε η συνήθεια παρέδωκε τούς εξουσίαν μή εχοντας προσφέρειν, τοίς προσφέρουσι διδόναι τό σώμα τού Χριστού. Κακείνο δέ εγνωρίσθη ότι ήδη τινές τών διακόνων καί πρό τών επισκόπων τής ευχαριστίας άπτονται. Ταύτα ούν πάντα περιηρείσθω, καί εμμενέτωσαν οι διάκονοι τοίς ιδίοις μέτροις, ειδότες, ότι, τού μέν επισκόπου υπηρέται εισί, τών δέ πρεσβυτέρων ελάττους. Λαμβανέτωσαν δέ κατά τήν τάξιν τήν ευχαριστίαν μετά τούς πρεσβυτέρους, ή τού επισκόπου μεταδιδόντος αυτοίς, ή τού πρεσβυτέρου. Αλλά μηδέ καθήσθαι εν μέσω τών πρεσβυτέρων εξέστω τοίς διακόνοις παρά κανόνα γάρ, καί παρά τάξιν εστί τό γινόμενον. Ει δέ τις μή θέλοι πειθαρχείν καί μετά τούτους τούς όρους, πεπαύσθω τής διακονίας. 
ΣΤ' ζ', Λαοδ. κ'. 

Κανών ΙΘ'

Δεί τούς παυλικιανούς αναβαπτίζεσθαι
καί αναχειροτονείν.

Περί τών παυλιανισάντων, είτα προσφυγόντων τή καθολική εκκλησία, όρος εκτέθειται αναβαπτίζεσθαι αυτούς εξάπαντος. Ει δέ τινες τώ παρεληλυθότι χρόνω, εν τώ κλήρω εξητάσθησαν, ει μέν άμεμπτοι καί ανεπίληπτοι φανείεν αναβαπτισθέντες, χειροτονείσθωσαν υπό τού τής καθολικής εκκλησίας επισκόπου. Ει δέ ανάκρισις ανεπιτηδείους αυτούς ευρίσκοι, καθαιρείσθαι αυτούς προσήκει. Ωσαύτως δέ καί περί τών διακονισσών, καί όλως περί τών εν τώ κλήρω εξεταζομένων, ο αυτός τύπος παραφυλαχθήσεται. Εμνήσθημεν δέ τών διακονισσών τών εν τώ σχήματι εξετασθεισών, επεί μηδέ χειροθεσίαν τινά έχουσιν, ώστε εξάπαντος εν τοίς λαϊκοίς αυτάς εξετάζεσθαι. 
Αποστολ. μζ', Α' β', Στ' ^ε', Λαοδ. ζ', η', Καρθ. ξς'.

Κανών Κ' 

Μή κλίνειν γόνυ τή Κυριακή καί τή Πεντηκοστή.

Επειδή τινές εισιν εν τή Κυριακή γόνυ κλίνοντες, καί εν ταίς τής Πεντηκοστής ημέραις υπέρ τού πάντα εν πάση παροικία ομοίως παραφυλάττεσθαι, εστώτας έδοξε τή αγία συνόδω τάς ευχάς αποδιδόναι τώ Θεώ. 
ΣΤ' ^, Πέτρ. ιε'.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

ΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

ΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

<<Αι Πράξεις των Αποστόλων>> , ή και απλώς <<Πράξεις των Αποστόλων>>,  είναι το βιβλίον, εις το οποίον αναφέρονται πολλά από όσα έκαμαν οι άγιοι Απόστολοι διά την ίδρυσιν και επέκτασιν τής Εκκλησίας. Αι Πράξεις δεν είναι ιστορία τού έργου όλων των Αποστόλων. Απλώς και μόνον αναφέρεται εις γενικάς γραμμάς η δράσις των δύο κορυφαίων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, μάλιστα δε τού δευτέρου.
Συγγραφεύς των Πράξεων των Αποστόλων είναι ο ευαγγελιστής Λουκάς, όπως δε το Ευαγγέλιον, τον <<πρώτον λόγον>> όπως τον ονομάζει, το έγραψε χάριν ενός επισήμου προσώπου, τού Θεοφίλου, τον οποίον δι' αυτό τον ονομάζει <<κράτιστον Θεόφιλον>>, ούτω πως και τας Πράξεις των Αποστόλων συνέγραψε χάριν τού ιδίου προσώπου, τού Θεοφίλου δηλαδή. Αποτελούν δε αι Πράξεις συνέχειαν τού τρίτου Ευαγγελίου. Αφού λοιπόν εις το Ευαγγέλιον εξιστόρησε την ζωήν, τον θάνατον και την Ανάστασιν τού Κυρίου, εις τας Πράξεις των Αποστόλων εξιστορεί το πώς ιδρύθη η Εκκλησία κατά την ημέραν τής Πεντηκοστής εις τα Ιεροσόλυμα και πώς κατόπιν εξηπλώθη εις την Παλαιστίνην και τα άλλα ειδωλολατρικά έθνη, μέχρι και τής Ρώμης.
<<Αι Πράξεις των Αποστόλων>> συνεγράφησαν μετά το Ευαγγέλιον, πιθανώς δε και προ τού 70 μ. Χ., διότι εις αυτάς δεν αναφέρεται τίποτε απολύτως περί τού μαρτυρικού θανάτου των δύο κορυφαίων Αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, ο οποίος συνέβη κατά το έτος 64 μ. Χ.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Πρίν ή ανοιχθή η εβδόμη σφραγίς παρεμπίπτουν δύο σκηναί περιγραφόμεναι εν τώ προκειμένω κεφαλαίω. Δώδεκα χιλιάδες εξ εκάστης τών δώδεκα φυλών τού Ισραήλ σφραγίζονται υπό τού αγγέλου, ίνα αποτελέσουν κτήμα τού Θεού. Είναι ούτοι εξ Ιουδαίων Χριστιανοί ή είναι Ιουδαίοι, μήπω πιστεύσαντες, προωρισμένοι δέ κατά πρόγνωσιν Θεού, ίνα πιστεύσουν εν καιρώ; Αμφότεραι αι εκδοχαί έσχον τούς υποστηρικτάς των. Κλίνομεν υπέρ τής δευτέρας. Η απαρίθμησις άλλως τε κατ' όνομα τών φυλών τού Ισραήλ εν συνδυασμώ πρός τό γεγονός, ότι ουδέν υποσημαίνει ότι αι 144.000 αύται έχουν επιστραφή, συνηγορεί υπέρ τού ότι αύται έχουν μέν εκλεγή υπό τού Θεού, αλλ' επιφυλάσσονται διά μέλλοντά τινα προορισμόν καί η κλήσις καί επιστροφή αυτών θά συντελεσθή εν μέλλοντι καιρώ.

Καί μετά τούτο είδον τέσσαρας αγγέλους εστώτας επί τάς τέσσαρας γωνίας τής γής, κρατούντας τούς τέσσαρας ανέμους τής γής, ίνα μή πνέη άνεμος επί τής γής μήτε επί τής θαλάσσης μήτε επί πάν δένδρον.
2 καί είδον άλλον άγγελον αναβαίνοντα από ανατολής ηλίου, έχοντα σφραγίδα Θεού ζώντος, καί έκραξε φωνή μεγάλη τοίς τέσσαρσιν αγγέλοις, οίς εδόθη αυτοίς αδικήσαι τήν γήν καί τήν θάλασσαν,
3 λέγων μή αδικήσητε τήν γήν μήτε τήν θάλασσαν μήτε τά δένδρα, άχρις ού σφραγίσωμεν τούς δούλους τού Θεού ημών επί τών μετώπων αυτών.
4 Καί ήκουσα τόν αριθμόν τών εσφραγισμένων εκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες εσφραγισμένοι εκ πάσης φυλής υιών Ισραήλ
5 εκ φυλής Ιούδα δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι, εκ φυλής Ρουβήν δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Γάδ δώδεκα χιλιάδες,
6 εκ φυλής Ασήρ δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Νεφθαλείμ δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Μανασσή δώδεκα χιλιάδες
7 εκ φυλής Συμεών δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Λευί δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Ισσάχαρ δώδεκα χιλιάδες,
8 εκ φυλής Ζαβουλών δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Ιωσήφ δώδεκα χιλιάδες, εκ φυλής Βενιαμίν δώδεκα  χιλιάδες εσφραγισμένοι.
9 Μετά ταύτα είδον, καί ιδού όχλος πολύς, όν αριθμήσαι αυτόν ουδείς εδύνατο, εκ παντός έθνους καί φυλών καί λαών καί γλωσσών, εστώτας ενώπιον τού θρόνου καί ενώπιον τού αρνίου, περιβεβλημένους στολάς λευκάς, καί φοίνικες εν ταίς χερσίν αυτών
10 καί κράζουσι φωνή μεγάλη λέγοντες η σωτηρία τώ Θεώ ημών τώ καθημένω επί τού θρόνου καί τώ αρνίω.
11 καί πάντες οι άγγελοι ειστήκεισαν κύκλω τού θρόνου καί τών πρεσβυτέρων καί τών τεσσάρων ζώων, καί έπεσαν ενώπιον τού θρόνου επί τά πρόσωπα αυτών καί προσεκύνησαν τώ Θεώ
12 λέγοντες αμήν η ευλογία καί η δόξα καί η σοφία καί η ευχαριστία καί η τιμή καί η δύναμις καί η ισχύς τώ Θεώ ημών εις τούς αιώνας τών αιώνων αμήν.
13 Καί απεκρίθη είς εκ τών πρεσβυτέρων λέγων μοι ούτοι οι περιβεβλημένοι τάς στολάς τάς λευκάς τίνες εισί καί πόθεν ήλθον;
14 καί είρηκα αυτώ κύριέ μου, σύ οίδας. καί είπέ μοι ούτοί εισιν οι ερχόμενοι εκ τής θλίψεως τής μεγάλης, καί έπλυναν τάς στολάς αυτών καί ελεύκαναν αυτάς εν τώ αίματι τού αρνίου.
15 διά τούτό εισιν ενώπιον τού θρόνου τού Θεού καί λατρεύουσιν αυτώ ημέρας καί νυκτός εν τώ ναώ αυτού. καί ο καθήμενος επί τού θρόνου σκηνώσει επ' αυτούς.
16 ου πεινάσουσιν έτι ουδέ διψήσουσιν έτι, ουδ' ου μή πέση επ' αυτούς ο ήλιος ουδέ πάν καύμα,
17 ότι τό αρνίον τό ανά μέσον τού θρόνου ποιμαίνει αυτούς επί ζωής πηγάς υδάτων, καί εξαλείψει ο Θεός πάν δάκρυον εκ τών οφθαλμών αυτών.

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Δι' ευχών τών Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς.

Κύριε, εισάκουσoν της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εiσάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου· Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου· εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος· και ηκηδίασεν επ' εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ' εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον· δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου., ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία· ένεκεν του ονόματος σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου· και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου ειμί.
Θεὸς Κύριος καὶ επέφανεν ημίν· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου 
Εξομολογείσθε Τώ Κυρίῳ, ότι αγαθός, ότι εις τόν αιώνα τό έλεος Αυτού.
Θεὸς Κύριος...
Πάντα τά έθνη εκύκλωσάν με, καί Τώ ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. 
Θεός Κύριος...
Παρά Κυρίου εγένετο αύτη καὶ έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών. 
Θεός Κύριος...
Ήχος δ'. Ο Υψωθείς εν τώ Σταυρώ.
Τού Ιεράρχου τή πανσέπτω Εικόνι, πιστοί προσπέσωμεν αυτώ εκβοώντες, οι αμαρτίαις πολλαίς εγκυλινδούμενοι, σπεύσον ώ Νικόλαε, ιεράρχα Κυρίου, σαίς πρός τόν Φιλάνθρωπον, ιεραίς ικεσίαις, παντός κινδύνου, λύπης καί φθοράς, καί δεινών νόσων, απάλλαξον άπαντας.
Δόξα.Καί νύν. Θεοτοκίον.
Ου σιωπήσομεν ποτέ Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ειμή γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ημάς ερρύσατο, εκ τοσούτων κινδύνων; τίς δέ διεφύλαξεν έως νύν ελευθέρους ούκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σου, σούς γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.
Ο Ν' ψαλμός καί ο κανών.
Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου, και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με.Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα˙ όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου.Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας· τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι· πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ' εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου· αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν· ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφορά και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Ωδή α'. Ήχος πλ.δ'. Αρματηλάτην Φαραώ.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ταίς προσευχαίς σου ιερέ Νικόλαε, εκδυσωπών τόν Θεόν, τό σκοτεινόν νέφος, τό τής αθυμίας μου, παμμάκαρ διασκέδασον, θυμηδίας υπάρχων, καί ευθυμίας ανάπλεως, τώ Παμβασιλεί παριστάμενος.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ταίς τών παθών με τρικυμίαις πάντοθεν, περικυκλούμενον, καί λογισμών σάλω, τήν ψυχήν δονούμενον, επί λιμένα εύδιον, τών Χριστού θελημάτων, ταίς προσευχαίς σου κυβέρνησον, όπως σέ δοξάζω, Νικόλαε.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Τών Αποστόλων καί Οσίων σύσκηνος, αποδεικνύμενος, καί θεϊκής αίγλης, πάντοτε πληρούμενος, τούς τήν σεπτήν σου σήμερον, προσκυνούντας Εικόνα, φωτός μετόχους ανάδειξον, ευχαίς σου παμμάκαρ Νικόλαε.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς
Σέ τήν εν σπλάγχνοις δεξαμένην Άχραντε, τό πύρ τό άστεκτον, εκδυσωπώ πίστει, τής γεέννης ρύσαι με, καί τής αποκειμένης μοι, διά πλήθος πταισμάτων, κολάσεως ελευθέρωσον, σού ταίς ευπροσδέκτοις δεήσεσι.
Ωδή γ'. Σύ εί τό στερέωμα.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ίνα σέ δοξάζωμεν, καί σέ πρεπόντως γεραίρωμεν, δίδου υμίν, Νικόλαε μάκαρ, τήν ειρήνην πρεσβείαις σου.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Κόπασον, Νικόλαε, ταίς σαίς θερμαίς παρακλήσεσι, τάς καθ' ημών, επανισταμένας, ασθενείας δεόμεθα.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ρύσαι με Νικόλαε, περικυκλούμενον πάθεσι, καί πειρασμοίς, καί κινδύνοις πλείστοις, ταίς λιταίς σου  καί σώσον με.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς
Έχω σε Πανάσπιλε, βίου προστάτιν καί τείχος άρρηκτον, διό δεινών, τού ματαίου βίου, ου πτοούμαι τήν έφοδον.
Ωδή δ'. Εισακήκοα Κύριε.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Νόσοις πλείστοις Νικόλαε, καί πολλοίς τοίς πταίσμασι περιπέπτωκα, πρόφτασόν με ρύσαι πάνσεπτε, ταίς πρός τόν δεσπότην ικεσίαις σου.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ο αθώους τυγχάνοντας, νέους τρείς θανάτου απαλλαξάμενος, σπεύσον ρύσαι με Νικόλαε, τής αιωνιζούσης κατακρίσεως.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Κατακρίσεως άξιος, ζών εν αμελεία ειμί ο άθλιος, ταίς λιταίς σου ώ Νικόλαε, μετανοίας όρμω με οδήγησον.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς
Ρυπωθέντα με κάθαρον, καί νενεκρωμένον με σύ ανάστησον, Θεοτόκε αειπάρθενε, τόν νεκρούς ζωώσαντα κυήσασα.
Ωδή ε'. Ίνα τί με απώσω.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ακλινεί διανοία, πρός τόν επουράνιον ανήλθες Κύριον, παρ' ού καί τήν χάριν, τών μεγίστων θαυμάτων απείληφας, Νικόλαε μάκαρ διό ημάς τούς σούς οικέτας, τών δεινών καί τών νόσων απάλλαξον.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Εν τή θεία σου μνήμη, ιερέων Νικόλαε σύλλογος τέρπεται, καί πιστών χορείαι, τών θαυμάτων τών σών απολαύουσαι, εν χαρά τρυφώσι, καί ως εικός σε ανυμνούσι, καί προστάτην καλούσι σε μέγιστον.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Λαμπρυνθείς θεία αίγλη, ώφθη η καρδία σου όντως Παράδεισος, τής ζωής τό ξύλον, κεκτημένη εν μέσω τόν Κύριον όν δυσώπει Πάτερ, τού Παραδείσου απολαύσαι, τής τρυφής καί τής δόξης τούς δούλους σου.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς
Ανατίθημι, Κόρη, πάσας επί σοί τάς ελπίδας τής σωτηρίας μου διό δυσωπώ σε, μή παρίδης δεινώς με ποντούμενον, συμφορών πελάγει, αλλά τήν σήν δίδου μοι χείρα, ως τώ Πέτρω ο Υιός σου, καί σώσον με.
Ωδή στ'. Τήν δέησιν εκχεώ.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Χειμάζει μέν τών κινδύνων ο σάλος, ουκ ισχύει δέ βυθίσαι με μάκαρ σέ γάρ αεί κυβερνήτην πλουτήσας, πρός γαληνόν τόν λιμένα ηδύνομαι, καί φθάνω μέχρις ουρανού, διά σού ιεράρχα Νικόλαε.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ιλάσθητι τοίς σοίς δούλοις, παμμάκαρ, καί υγείας τήν αντίληψιν δίδου ως αγαθός καί φιλάδελφος φύσει, καί τών δεινών καί τών θλίψεων λύτρωσαι, ταίς θείαις σου πρός τόν Θεόν, μεσιτείαις, θεόφρον Νικόλαε.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Λυτρούμενος εκ θανάτου ως ώφθης, τούς αθώους πρίν, ώ Πάτερ στρατηλάτα, ούτω καί νύν περιστάσεως πάσης, ημάς καί νόσων Νικόλαε λύτρωσαι, πρεσβείαις σου ταίς ιεραίς, ίνα πόθω τιμώμεν τήν μνήμην σου.


 Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς

 Φιλάγαθε, νυσταγμώ βαρούμενον, ραθυμίας με θερμή σου ικεσία, έγειρον νύν καί μή δώης υπνώσαι, τής αμαρτίας σόν δούλον εις θάνατον, προστάτιν γάρ καί οδηγόν, τής εμής σε ζωής επιγράφομαι.

 Επίβλεψον μετ' ευμενείας, Νικόλαε μάκαρ, καί πάσαν θλίψιν λιταίς σου απέλασον, εκ τών ψυχών ημών τών οικετών σου.

 Άχραντε, η διά λόγου τόν Λόγον ανερμηνεύτως επ' εσχάτων, τών ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.


Ο Ιερεύς μνημονεύει, είτα τό

Κοντάκιον. Ήχος δ'.


Ταίς τών θαυμάτων ακτίσι, Νικόλαε, καταφαιδρύνεις υφήλιον άπασαν, καί λύεις τόν ζόφον τών θλίψεων, καί τών κινδύνων ελαύνεις τήν έφοδον, προστάτης υπάρχων θερμότατος.

 Καί ευθύς τό Προκείμενον. Ήχος δ'.


Οι ιερείς σου Κύριε ενδύσονται δικαιοσύνην, καί οι Όσιοί σου αγαλλιάσονται.


Στίχος. Καυχήσονται Όσιοι εν δόξη, καί αγαλλιάσονται επί τών κοιτών αυτών.


Ευαγγέλιον. Εκ τού κατά Ιωάννην ( ι' 1-9 ).

Είπεν ο Κύριος πρός τούς εληλυθότας πρός αυτόν Ιουδαίους. Αμήν αμήν λέγω υμίν. Ο μή εισερχόμενος διά τής θύρας εις τήν αυλήν τών προβάτων, αλλά αναβαίνων αλλαχόθεν, εκείνος κλέπτης εστί καί ληστής ο δέ εισερχόμενος διά τής θύρας, ποιμήν εστι τών προβάτων. Τούτω ο θυρωρός ανοίγει, καί τά πρόβατα τής φωνής αυτού ακούει, καί τά ίδια πρόβατα καλεί κατ' όνομα, καί εξάγει αυτά. Καί όταν τά ίδια πρόβατα εκβάλη, έμπροσθεν αυτών πορεύεται, καί τά πρόβατα αυτώ ακολουθεί, ότι οίδασι τήν φωνήν αυτού. Αλλοτρίω δέ ου μή ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι τών αλλοτρίων τήν φωνήν. Ταύτην τήν παροιμίαν είπεν αυτοίς ο Ιησούς εκείνοι δέ ουκ έγνωσαν τίνα ήν ά ελάλει αυτοίς. Είπεν ούν πάλιν αυτοίς ο Ιησούς Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ότι εγώ ειμι η θύρα τών προβάτων. Πάντες, όσοι ήλθον πρό εμού, κλέπται εισί καί λησταί αλλ' ουκ ήκουσαν αυτών τά πρόβατα. Εγώ ειμι η θύρα δι' εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, καί εισελεύσεται, καί εξελεύσεται, καί νομήν ευρήσει.

Δόξα. Ταίς τού Ιεράρχου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τά πλήθη, τών εμών εγκλημάτων.
Και νυν. Ταίς τής Θεοτόκου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, τών εμών εγκλημάτων.
Στίχ. Ελέησόν μέ ο Θεός κατά τό μέγα έλεος σου καί κατά τό πλήθος τών οικτιρμών σου, εξάλειψον τό ανόμημά μου.
Προσόμοιον. Ήχος πλ. β'. Όλην αποθέμενοι.

Άπαντα τόν βίον μου εν αμελεία διάγων, καί πρό τέλους έφτασα, άκαρπος ο δείλαιος, Υπεράγαθε, πονηρών πράξεων, επιφέρων μόνον, νύν φορτία τά δυσβάστακτα άπερ Φιλάνθρωπε, σκόρπισον ροπή τού ελέους σου, καί δίδου μοι κατάνυξιν, καί επιστροφήν τήν σωτήριον, ταίς τού Νικολάου, πρεσβείαις ευπροσδέκτοις ο Θεός, όν εις πρεσβείαν προσάγω σοι, καί τήν σέ κυήσασαν.

Τό, Σώσον ο Θεός τόν λαόν σου, κ.τ.λ.
Ωδή ζ'. Παίδες Εβραίων.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ρύστης πλεόντων ανεδείχθης, ώ Νικόλαε, καί τών χηρών προστάτης, ορφανών τε λιμήν, καί πλουτιστής πενήτων διό καί ημάς λύτρωσαι εκ κινδύνων σαίς πρεσβείαις.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ξένα Νικόλαε εργάζη, εν θαλάσση μακράν καί πάση υφηλίω, ταχυδρόμους αεί, καί πάσχοντας προφθάνων, καί τούτους εκλυτρούμενος, εκ νόσων καί κινδύνων.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Νόσων παντοίων καί κινδύνων, ιατρός φανείς, Νικόλαε τρισμάκαρ τής ψυχής μου διό, θεράπευσον τήν νόσον, καί ευρωστίαν δώρησαι, ταίς ενθέοις σου πρεσβείαις.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς
Έπαρον χείρας σου, Παρθένε, πρός τόν εύσπλαγχνον Θεόν καί Βασιλέα, καί δεινών συμφορών, καί νόσων καί κινδύνων, τή κραταιά πρεσβεία σου, εξελού τούς σούς οικέτας.
Ωδή η'. Τόν Βασιλέα.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Τούς πειρασμών νύν, περισχεθέντας τώ βάθει, σούς οικέτας Νικόλαε σώσον, δούς ημίν τήν λύσιν, αυτών σαίς ικεσίαις.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Ως εν τρυφή, αυλιζόμενος μάκαρ, ουρανών τε δόξης απολαύων, τούς σέ ανυμνούντας, διάσωζε ευχαίς σου.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Τώ απροσίτω, ελλαμφθείς φωτί Πάτερ, τάς ψυχάς τών εν θλίψει αυγάζεις, διαλύων πάντα, τών πειρασμών τόν ζόφον.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς
Ισχύεις Κόρη, τόν εν ισχύϊ τεκούσα, ευσυμπάθητον Σωτήρα τού Κόσμου διό τή θερμή σου, προστρέχω βοηθεία.
Ωδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Γνωρίζει πάσα Κτίσις, Νικόλαε μάκαρ, σών αρετών καί θαυμάτων τό πέλαγος διό καί χαίρει, προστάτην σε ονομάζουσα.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Νικόλαε παμμάκαρ, σώζε εκ κινδύνων, τούς σούς οικέτας πιστώς σε δοξάζοντας, ως μιμητής τού Σωτήρος, αξιοθαύμαστος.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Τρυφών ταίς ουρανίαις, θείαις λαμπηδόσι, θεομακάριστε πάτερ Νικόλαε, τή προστασία σου σώσον, ημάς καί σκέπασον.
Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς
Μαρία Θεοτόκε, τήν κεκακωμένην, τή αμαρτία ψυχήν μου αγάθυνον, καί αγαθών αιωνίων, μέτοχον ποίησον.
Τό, Άξιόν εστιν,
καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια.
Νικόλαε μάκαρ πάρεσο νύν, προστάτης καί φύλαξ, καί εκ βλάβης παντοδαπής, ημάς ρύσαι πάντας, εν γή καί εν θαλάσση, τούς σέ θερμώς φωνούντας, καί μεγαλύνοντας.
Χαίροις τών Πατέρων κλέος στερρόν, καί τό τής Τριάδος, ενδιαίτημα καθαρόν, τών πιστών προστάτης, καί καταπονουμένων, βοήθεια καί σκέπη, Πάτερ Νικόλαε.
Εν νόσοις σε έχομεν ιατρόν, εν κινδύνοις ρύστην, κηδενόνα εν ορφανοίς, εν πένησι πλούτον, εν θαλάσση σωτήρα, καί χαρμονήν εν θλίψει, σοφέ Νικόλαε.
Ορφανών προστάτην σε καί χηρών, πεινώντων τροφέα, πενομένων τε πλουτιστήν, αιχμαλώτων ρύστην, πλεόντων τε σωτήρα, κεκτήμεθα παμμάκαρ, σοφέ Νικόλαε.
Πάσαι τών αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες, μετά τής Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν, εις τό σωθήναι ημάς.
Τρισάγιον, καί τό Απολυτίκιον. Ήχος δ'.
Κανόνα πίστεως, καί εικόνα πραότητος, εγκρατείας διδάσκαλον, ανέδειξέ σε τή ποίμνη σου, η τών πραγμάτων αλήθεια διά τούτο εκτήσω τή ταπεινώσει τά υψηλά, τή πτωχεία τά πλούσια. Πάτερ ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τώ Θεώ, σωθήναι τάς ψυχάς ημών.
Ο Ιερεύς μνημονεύει, καί εν τή απολύσει τό παρόν προσόμοιον.
Ήχος β'. Ότε εκ τού ξύλου Σε νεκρόν. 
Χάριν ειληφώς παρά Θεού, πάσι χορηγείς τάς ιάσεις, υπό τήν σκέπην σου, άγιε Νικόλαε, τοίς σοί προστρέχουσι, φυγαδεύεις δαιμόνων γάρ, ανίατα πάθη, πάντας θεραπεύεις δέ, τή προστασία σου. Όθεν καί ημείς δυσωπούμεν, πρέσβευε πρός Κύριον πάσης, λυτρωθήναι βλάβης τούς υμνούντάς σε.
Δέσποινα πρόσδεξαι, τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξον με υπό την σκέπην σου.

Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Πληροφορίες για το Άγιον Όρος

Πληροφορίες

Το βορειοανατολικό πόδι της Χαλκιδικής είναι η χερσόνησος του Άθω. Είναι περίπου 50km μακρύ, ανάμεσα σε 5 και 10km πλάτος και επεκτείνεται νοτιοανατολικά. Στο νότιο άκρο του υψώνεται από την θάλασσα 2033m το όρος Άθως.
Το Άγιον Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού κράτους και υπάγεται πνευματικά στην δικαιοδοσία του οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Πρωτεύουσά του είναι οι Καρυές όπου έχει την έδρα ο πολιτικός διοικητής, ο οποίος με τη σειρά του υπάγεται στο υπουργείο εξωτερικών. Είναι υπεύθυνος για την τάξη και την ασφάλεια καθώς και για την πιστή εφαρμογή του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους.
Το Άγιον Όρος έχει σήμερα μοναστικά ιδρύματα που χωρίζονται σε έξι (6) κατηγορίες: τις μονές, τις σκήτες, τα κελιά, τις καλύβες, τα καθίσματα και τα ησυχαστήρια.


α) Μονές:
Υπάρχουν 20 μονές στο Άγιο Όρος που απαγορεύεται να αυξομειωθούν. Είναι μεγάλα πολύπλοκα κτίρια που περιβάλλονται από δυνατό τείχος με κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα τον Πύργο με τις επάλξεις και τις πολεμίστρες που βοηθούσαν στην απομάκρυνση των πειρατών στα παραθαλάσσια κυρίως μοναστήρια. Έχουμε δύο ειδών μονές: ί) Τις Βασιλικές που λέγονται έτσι είτε γιατί η ίδρυση τους έγινε με εντολή και συνδρομή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων ή γιατί επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο, π) Τις Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές γιατί συνδέθηκαν με το Πατριαρχείο Κων/πόλεως που ανέλαβε την πνευματική περισσότερο εποπτεία τους (Πατριαρχικές) και από το σταυρό που τοποθετούσε ο Πατριάρχης ή ένας επίσκοπος στα θεμέλια πριν από την Ίδρυση τους (Σταυροπηγιακές).


β) Σκήτες:
Μοναστικά ιδρύματα που βρίσκονται στο έδαφος των κυρίαρχων μονών, στις οποίες και ανήκουν. Είναι οργανωμένες κοινότητες που ο κανονισμός εσωτερικής λειτουργίας τους εγκρίνεται από τη μονή. Έχουμε σκήτες ιδιόρρυθμες ή κοινόβιες. Ιδιόρρυθμες είναι πολλές καλύβες (σπίτια) γύρω από ένα κεντρικό ναό, τον Κυριάκο. Επικεφαλής της σκήτης είναι ο Δι-καίος που εκλέγεται για ένα χρόνο. Κάθε Κυριακή και στις γιορτές οι μοναχοί πραγματοποιούν τις ακολουθίες τους στο Κυριάκο. Τις άλλες μέρες στους ναΐσκους των κελιών τους. Στις κοινοβιακές σκήτες ο Δίκαιος λέγεται Ηγούμενος και είναι ισόβιος. Τα κτίρια είναι σαν των μοναστηριών αλλά δεν μπορούν ποτέ να γίνουν μοναστήρια. Έχουμε 12 σκήτες τις εξής: ί) Της Αγίας Άννας π) Νέα Σκήτη πι) Σκήτη Καυσοκαλυ-βίων ίν) Τιμίου Προδρόμου (ανήκει στη μονή Μεγίστης Λαύρας ν) Αγίου Δημητρίου νί) Αγίου Ανδρέα (Βατοπεδίου) νϋ) Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Ιβήρων) νίπ) Αγίου Δημητρίου του Λάκκου (Αγίου Παύλου) ίχ) Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (Ξενοφώντος) χ) Αγίου Παντελεήμονος (Κουτλουμουσίου) χι) Προφήτη Ηλία (Παντοκράτορα) χπ) Αγίου Παντελεήμονος ή "Βογοροδίτσα


γ) Κελλιά:
Είναι ευρύχωρα οικοδομήματα σαν αγροτικές κατοικίες, έχουν ενσωματωμένο ναό και παραχωρούνται από την κυρίαρχη μονή σε ομάδα τριών προσώπων κατά το σύστημα της διαδοχής. Πάνω από εννιά οι μοναχοί των κελλιών δεν μπορούν να αυξηθούν. Επικεφαλής είναι ο Γέροντας και οι άλλοι είναι οι υποτακτικοί του.


δ) Καλύβες:
Μικρότερα κτίρια που μοιάζουν με κελλιά με δική τους εδαφική περιοχή. Παραχωρούνται από την μονή σε ένα άτομο ή σε ομάδα δύο - τριών ατόμων.


ε) Καθίσματα:
Είναι μικρές καλύβες μ' ένα μόνο μοναχό. Σε αυτά οι μοναχοί διακρίνονται για την υψηλή τους πνευματικότητα .


στ)Ησυχαστήρια:
Λέγονται αλλιώς και ασκητήρια ή ασκηταριά Είναι μικρά καθίσματα μακριά από τις μονές σε έρημους τόπους, σε βράχους, σε απάτητες κορφές, σε ρωγμές βράχων όπου οι μοναχοί ζουν με πολύ σκληρή άσκηση , ατέλειωτες προσευχές και νηστείες, με μεγάλες αγρυπνίες κάνοντας έτσι μια παρά πολύ αυστηρή άσκηση χωρίς εμπόδια φτάνοντας στα ανώτερα και υψηλότερα στάδια του μοναχισμού.